Ηλίας Ηλιόπουλος: Η κυρία με το κράνος!

Όταν άκουσα την είδησιν, λυπήθηκα για την κυρία (την οποίαν δεν γνωρίζω προσωπικώς). Εν συνεχεία, όμως, όταν έμαθα περί ποίας επρόκειτο, ομολογώ ότι χάρηκα! «Νέμεσις», το έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι – «υπάρχει Θεός!», επί το δημωδέστερον.

Βεβαίως, οι «δημοσιογράφοι» των ηγεμονικών Μέσων Μαζικής Επιρροής (ως επί το πλείστον: είτε στυγνοί αριστεροί είτε, «απλώς», χρήσιμοι ηλίθιοι της Αριστεράς) απέκρυψαν επιμελώς την ταυτότητα, τον βίον και της πολιτείαν της περί ης ο λόγος κυρίας. Άκουγε κανείς την είδησιν και θαρρούσε ότι ένας ανυποψίαστος (και, ως εκ της δικηγορικής ιδιότητός του, θεωρούμενος ακόμη και σήμερα ως «ευυπόληπτος») πολίτης διήρχετο, όλως τυχαίως, το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου την περιοχήν Εξαρχείων και «έφαγε» την φωτοβολίδαν.

Τώρα, βεβαίως, εγώ δεν γνωρίζω πολλούς ανυποψίαστους πολίτες, οι οποίοι αποφασίζουν να ...εκδράμουν στα Εξάρχεια ανήμερα της 17ης Νοεμβρίου! Απ' εναντίας, γνωρίζω αρκετούς, οι οποίοι επιμελώς αποφεύγουν την περιοχήν την συγκεκριμένη ημέρα και νύκτα, ακόμη και εάν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις των τους επιβάλλουν να παρεπιδημούν εις το κέντρον τις υπόλοιπες ημέρες.

Μετά, ακούσαμε, αίφνης, ότι η κυρία διαμένει στα Εξάρχεια. Και ότι κατ' εκείνο το βράδυ, εκτυλισσομένων των «επεισοδίων» (όπως παγίως αποκαλούν εξωραϊστικώς τα ΜΜΕ τις εγκληματικές ενέργειες που διαπράττουν, καθ' έξιν και κατά συρροήν, επί δεκαετίες, οι εγκληματικές συμμορίες της Αριστεράς), το επίμαχο βράδυ, λοιπόν, η κυρία (η κατοικούσα εν Εξαρχείοις) είδε, λέει, από το μπαλκόνι της (πάντα σύμφωνα με το «ρεπορτάζ») κάποιον «γνωστόν της» κάτω, στον δρόμο, και κατέβηκε να τον χαιρετίσει (ή κάτι τέτοιο). Τώρα, βέβαια, εγώ δεν ξέρω πολλούς εργαζομένους και φιλησύχους ανθρώπους, οι οποίοι να (εξακολουθούν να) διαμένουν στα Εξάρχεια (ενδεχομένως επειδή κληρονόμησαν εκεί ένα σπιτάκι από τον πατέρα τους και δεν μπορούν να μετακομίσουν αλλού οι άνθρωποι, σε τέτοιους καιρούς – όπως ...«την πατήσαμε» εμείς στα ...κατεχόμενα Κάτω Πατήσια!) και οι οποίοι, το βράδυ της 17/11, αντί να κλειδαμπαρώνουν πόρτες και παράθυρα, ελπίζοντες να περάσει και αυτή η νύκτα κατά το δυνατόν ανωδύνως (και έχοντες δίπλα και ένα πυροσβεστήρα), να βγαίνουν στο μπαλκόνι και να χαιρετούν τους φίλους τους «κάτω». Δεν ξέρω αν εσείς ξέρετε κανένα. Ούτε, προφανώς, έχετε και ένα ...κράνος και ...αρβύλες πρόχειρα, που φοράτε για να «πεταχτείτε» στον δρόμο να χαιρετίσετε ένα γνωστόν, υποθέτω!

Παρεμπιπτόντως, «κάτω» παρεπιδημούν τέτοιαν βραδιά δυο λογιών άνθρωποι: από δω, τα ΜΑΤ και, από κει, οι παρακρατικές εγκληματικές συμμορίες της Αριστεράς (αυτές που οι «δημοσιογράφοι» όλων των καναλιών και ραδιοσταθμών, του «ΣΚΑΪ» συμπεριλαμβανομένου, επιμένουν να αποκαλούν μεγαλοπρεπώς «αντιεξουσιαστές»!). Τώρα, να χαιρετίσεις γνωστόν σου των ΜΑΤ, μάλλον είναι κομματάκι «χλωμό», δοθέντος ότι τα παιδιά φορούν κράνη και, άρα, είναι πολύ δύσκολον έως αδύνατον να διακρίνεις χαρακτηριστικά προσώπου, πολλώ δε μάλλον εν μέσω του «κουρνιαχτού». Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα, πάντως, το αντίθετον μου έχει συμβεί.

Θυμάμαι τον Δεκέμβριον του 2008, όταν το παρακράτος της Αριστεράς πυρπόλησε την Αθήνα επί ένα μήνα και εγώ κατέβαινα κάθε βράδυ, επί εβδομάδες, στον δρόμο και έλιωνα παπούτσια, ανεβοκατεβαίνοντας επί ώρες την Βασιλίσσης Σοφίας, την Λεωφόρον Αλεξάνδρας, την Σταδίου κ.λ.π., για να εκφράσω την ηθική συμπαράστασιν ενός απλού και ταπεινού Έλληνος εις τους αστυνομικούς (λυσσωδώς βαλλομένους τότε, όχι μόνον από την παρακρατική αλητεία της Αριστεράς αλλά και από όλα τα κανάλια και όλους τους ραδιοσταθμούς), όταν, λοιπόν, εγώ ανεβοκατέβαινα τις κεντρικές αρτηρίες της πρωτευούσης, σταματώντας σε κάθε δεύτερο τετράγωνο και επαναλαμβάνοντας, στα τρομαγμένα παιδιά της Αστυνομίας, «Καλή υπηρεσία, παιδιά!», άκουγα, που και που, εις απάντησιν: «Ευχαριστούμε, δάσκαλε!» Και τότε, αίφνης, ένα από τα ελληνόπουλα σήκωνε το κράνος του και διέκρινα την γνωστή φυσιογνωμία ενός Αξιωματικού, που είχα την τιμήν και την χαράν να έχω κάποτε μαθητήν μου σε μιαν εκ των Σχολών.

Ας επανέλθουμε, όμως, στην κυρία δικηγόρο, που «έφαγε» την φωτοβολίδα εις τα Εξάρχεια την βραδιά της 17ης τρέχοντος μηνός, επειδή (πάντα κατά το «ρεπορτάζ», εγώ δεν ήμουν δα αυτόπτης μάρτυς) είδε, αίφνης, κάποιον γνωστόν της και έκρινε καλόν – εν μέσω του γενικού «χαμού» – να κατέβει στον δρόμο και να πει του ανθρώπου μια «καλησπέρα» (ή, ενδεχομένως, να του πει να ανεβεί να τον κεράσει νερατζάκι ή δεν ξέρω τι).

Εκ διαδικτυακών πηγών μάθαμε, λοιπόν, ότι η κυρία αποτελεί εξέχουσαν «μορφήν» στον χώρο της Άκρας Αριστεράς. Ότι φαίνεται, μάλιστα, να αποτελεί σημαίνον μέλος του γνωστού εκείνου, ισχυρού και πολυπλόκαμου, μηχανισμού της νεοελληνικής κοινωνίας που παγίως εκτελεί την αποστολήν παροχής νομικής, πολιτικής, προπαγανδιστικής («επικοινωνιακής») και πάσης άλλης υποστηρίξεως («αλληλεγγύης») προς τις παντοειδείς συμμορίες της Αριστεράς, ότι συγκατελέγετο, μάλιστα, μεταξύ των «αλληλέγυων» ενός εγκληματία, ονόματι Ν. Ρωμανού, ότι η εν λόγω κυρία διέπρεψε και διαπρέπει ως «αλληλέγγυος» («αλληλέγγυα», που λένε και οι αγράμματοι προοδευτικοί), συν τοις άλλοις και με συνεντεύξεις, όπου βεβαίως «τα έχωνε» στους αστυνομικούς και ούτω καθ' εξής.

Και το «κερασάκι στην τούρτα»: Τα ΜΜΕ απέκρυψαν το γεγονός ότι, όπως πληροφορούμεθα εκ του διαδικτύου, η περί ης ο λόγος κυρία – η οποία τυγχάνει και καθηγήτρια πανεπιστημίου πλην της δικηγορικής ιδιότητος – κατέστη, προ ετών, πρωταγωνίστρια ενός σοβαρού επεισοδίου στην Σχολή Δοκίμων Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. Εν τάχει: Είχε επιλεγεί να ...διδάξει στους Δοκίμους Αξιωματικούς, επί Κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ (για να μη ξεχνιόμαστε – καίτοι δεν θα με εξέπληττε διόλου να είχε επιλεγεί επί Κυβερνήσεως Ν.Δ.!) και δη, να τους «διαφωτίσει» περί «ρατσισμού», «ξενοφοβίας» κ.λ.π.

Προφανώς, η περί ης ο λόγος κυρία προπαγάνδισε στους μαθητές της Σχολής τα κύρια σημεία της ηγεμονικής ιδεολογίας του υπερεθνικού νεοταξικού καθεστώτος ήτοι: αντι-ρατσισμό, εθνομηδενισμό, «ανοικτά σύνορα», οικειοφοβία/εθνοφοβία, καλλιέργεια ενοχικών συμπλεγμάτων και συνδρόμων αυτομαστιγώσεως μεταξύ των (εισέτι εναπομενόντων) ιθαγενών Ελλήνων και τα τοιαύτα. Φαίνεται ότι η προπαγάνδα της προκάλεσε τον αντίλογον των νεαρών Δοκίμων Αξιωματικών. Οι οποίοι, επειδή ακριβώς ήσαν νεαροί και Δόκιμοι, και επειδή είχαν ακόμη πολύ καιρό και πολύ δρόμο μπροστά τους, έως ότου φθάσουν στο ύπατον στάδιον αυτό-ευνουχισμού, ήτοι εκείνο του Αρχηγού, φαίνεται ότι και άποψιν είχαν – και μάλιστα, σύμφωνη με την άποψιν των υγιώς σκεπτομένων Ελλήνων, που λέγαμε παλιά – αλλά και το θάρρος να την εκφράσουν.

Και τότε η εν λόγω κυρία διέπραξε ένα βαρύτατον (αντι-)παιδαγωγικόν ατόπημα, εξ αιτίας του οποίου και μόνον δεν θα έπρεπε να της επιτραπεί να διδάξει ποτέ ξανά, πουθενά: Όχι μόνον δεν επέδειξε την παραμικράν ανοχήν (πόσω δε μάλλον, τον δέοντα σεβασμόν) έναντι της «διαφορετικής απόψεως» (όπερ λογικόν και αναμενόμενον – διότι τι αριστερή θα ήτο, εάν εσέβετο την ελευθερία του φρονήματος, της κρίσεως και του λόγου;). Αλλά και έσπευσε να «δώσει στεγνά» (όπως λέγεται δημωδώς σήμερα) τους μαθητές της εις τους ανωτέρους των. Διέσυρε ολόκληρο το «έτος», μίαν ολόκληρον «τάξιν» Δοκίμων της Σχολής – στην διοίκησιν της Σχολής των και στον Υπουργόν Δημοσίας Τάξεως, ΠΡΟ.ΠΟ. κ.λ.π. [ανάγνωθι: Παπουτσήν] – ως ρατσιστές, ακροδεξιούς και τα τοιαύτα.

Ακόμη χειρότερον: Ως να μη έφθανε ο τόσος διασυρμός και η «δολοφονία χαρακτήρων» εις βάρος Αξιωματικών (δηλαδή συμπολιτών μας, οι οποίοι, ως εκ της ιδιότητός των, δεν είχαν καν το δικαίωμα να υπερασπισθούν την τρωθείσαν τιμήν και υπόληψίν των και να καταθέσουν δημοσίως την ιδικήν των εκδοχήν της ιστορίας), η «κουλτουριάρα» καθηγήτρια θεώρησε καλόν να τους «κρεμάσει στα μανταλάκια»: Όλο το «story», με πάσαν λεπτομέρειαν για την Σχολήν, την συγκεκριμένην τάξιν σπουδαστών Δοκίμων, τα φοβερά και τρομερά «ρατσιστικά» που ανέφεραν οι Δόκιμοι κ.λ.π. (φυσικά, μόνον η εκδοχή της αριστερής κυρίας!) εδημοσιεύθη εις το γνωστόν εθνομηδενιστικόν περιοδικόν της Άκρας Αριστεράς «UNFOLLOW».

Πέραν όλων των άλλων φρικωδών, που περιέχει αυτή η αθλία υπόθεσις, οφείλω να ομολογήσω ότι, ως ακαδημαϊκός Δάσκαλος, αισθάνθηκα αηδίαν και τάσιν προς έμετον, όταν αντελήφθην ότι μία καθηγήτρια διέπραξε το βαρύτερον ατόπημα, το οποίον δύναται να διαπράξει ακαδημαϊκός Δάσκαλος: Κατεχράσθη της ιεράς εμπιστοσύνης, η οποία οφείλει να διέπει την σχέσιν μεταξύ Διδάσκοντος και Διδασκομένου. Διέρρηξε την σχέσιν αυτήν, επιδείξασα κακοπιστίαν περί το εκπαιδευτικόν λειτούργημα. Ατόπημα τοσούτω βαρύ για δάσκαλον όσον και εκείνο της λογοκλοπής για τον συγγραφέα ή της κακοπιστίας περί την Υπηρεσίαν για τον υπουργόν ή τον διευθυντήν μιας Υπηρεσίας.

«Φυσικά», τοιαύτη συμπεριφορά είναι απολύτως συμβατή προς το «ήθος της Αριστεράς». Δεν νομίζω δε να αμφιβάλει κανείς ότι, εάν είχε την δυνατότηταν (όπως εις άλλες εποχές), η εν λόγω «Ταλιμπάν» του Ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού δεν θα ηρκείτο εις την σπίλωσιν, την δολοφονίαν χαρακτήρων, την ιδεολογικήν και ψυχολογικήν τρομοκρατίαν και, βεβαίως, τις Ε.Δ.Ε., προς παραδειγματικήν τιμωρίαν των μαθητών της Σχολής Αξιωματικών της Αστυνομίας (απόταξις;). Αλλά θα τους απέστελλε στα γκουλάγκ, στα ψυχιατρεία (για να ...«σκοτώσουν τον φασίστα που έχουν μέσα τους»!) και, last but not least, στις πηγάδες!
Υπό το φως των ανωτέρω εκτεθέντων, ουδόλως με εξέπληξε και το τελευταίον που επληροφορήθην, ότι δηλαδή η περί ης ο λόγος «επώνυμη» αριστερή, αντιρατσίστρια, «αντίφα», «αλληλέγγυα» και τα τοιαύτα είναι, από διετίας, Αντιπρόεδρος (!) του Κέντρου Μελετών Ασφαλείας (!!!) της Ελληνικής Αστυνομίας!!!

Εν κατακλείδι, ας μου επιτραπεί να μεταφέρω εδώ ένα ερώτημα, όπως ακριβώς μου ετέθη υπό γνωστού τινος: «Τι ακριβώς έκανε κατά την επίμαχην ημέραν (νύκταν) και ώραν και εις το επίμαχον σημείον της πόλεως η περί ης ο λόγος κυρία; Φέρουσα μάλιστα ...κράνος και αρβύλες;»
Μήπως – απλώς μεταφέρομε το ερώτημα ως αδαείς – μήπως κινείται (και αυτή, όπως και τόσοι άλλοι ομογάλακτοί της πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ) στην «τομή» μεταξύ του κράτους (του ΣΥΡΙΖΑ) και του παρακράτους (του ΣΥΡΙΖΑ);

Μήπως – μας ερώτησε ο γνωστός μας – συγκαταλέγετο εις εκείνους/εκείνες (κατά πως γράφουν και οι κομπλεξικοί προοδευτικοί!) που εκτελούσαν το ...θεάρεστον έργον του συντονισμού των λειτουργιών κράτους και παρακράτους (της Αριστεράς); Μη τυχόν και γινόταν (πάλι) «καμμία στραβή» και συνελάμβαναν οι αστυνομικοί, για μιαν ακόμη φορά, κανένα κανακάρη γιο ή καμμιά θυγατέρα Συριζαίου/Συριζαίας υπουργού, βουλευτού, προέδρου Βουλής, πανεπιστημιακού κ.λ.π.;
Πού να ξέρω; Ούτε πού πάει το μυαλό μου! Δι' ο και μεταφέρω τα ερωτήματα, μη τυχόν και γνωρίζετε κάτι εσείς.

ΥΓ(1): Θα έχει – ή, έστω, θα εξεύρει – τώρα η κυρία Αναστασία Τσουκαλά την στοιχειώδη ευπρέπειαν να ευχαριστήσει δημοσίως τους άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας, οι οποίοι την έσωσαν από βέβαιον ακρωτηριασμόν κάτω άκρου (και όχι μόνον); Και να ζητήσει συγγνώμην για όσα έχει εκτοξεύσει κατά καιρούς εναντίον τους;
ΥΓ(2): Μη παραλείψει η Ν.Δ. να σημειώσει το όνομα της κυρίας, για να της αναθέσει την προεδρίαν κάποιου κρατικού ινστιτούτου, όποτε έλθει εις τα πράγματα!

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα