Χρήστος Οικονόμου: Οι προκλήσεις στα Ίμια και τι δείχνουν

Τί σημαίνουν οι τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο και την κυπριακή ΑΟΖ, αυτήν την ώρα; Εκτός από την καθαρά πρακτική πτυχή των διεκδικήσεων της Τουρκίας (π.χ. η προσπάθεια να αποκτήσει πρόσβαση σε πόρους που δεν δικαιούται, όπως στους υδρογονάνθρακες της ανατολικής Μεσογείου), διεκδικήσεις που στρέφονται σε βάρος όλων των γειτόνων της σε Ευρώπη και Ασία, υπάρχουν άλλα κίνητρα στη διπλωματία της Άγκυρας; Και, κυρίως -κάτι που απασχολεί την ελληνική κοινή γνώμη- πόσο μακριά θα τραβήξει το σχοινί η Τουρκία στο Αιγαίο και την κυπριακή ΑΟΖ; Θα διακινδύνευε ακόμη και ένα θερμό επεισόδιο για να προαχθούν οι στόχοι της;

Τα ερωτήματα είναι πολλά και σύνθετα και αφορούν σε πληθώρα θεμάτων διεθνούς ενδιαφέροντος, που σε καμιά περίπτωση δεν εξαντλούνται στις ελληνοτουρκικές διαφορές, μέσα από τις οποίες επιχειρείται εν πολλοίς στην Ελλάδα η προσέγγισή τους.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Μιλάμε εδώ για τη Συνθήκη της Λοζάνης λες και είναι διμερής συμφωνία, ενώ πρόκειται για πολυμερή διεθνή συνθήκη. Επί πλέον αντιλαμβανόμαστε την ίδια Συνθήκη, ακόμη και στα σχολικά βιβλία μας, ως αν ήταν διεθνής συμβατική ρύθμιση της ευρωπαϊκής και μόνο πτυχής του λεγόμενου «Ανατολικού ζητήματος» (μ' άλλα λόγια διευθετήσεων εδαφικών -και όχι μόνο- σχετικά με περιοχές και πληθυσμούς που αποσπάστηκαν από την πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Ενώ με την ίδια Συνθήκη επιχειρήθηκε να διευθετηθεί και μέρος της μεσανατολικής διάστασης του «Ανατολικού ζητήματος», αμέσως μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της μικρασιατικής καταστροφής.

Παραβλέπουμε, φερ' ειπείν, ότι στην ίδια συνθήκη ήδη έχει αποδοθεί στην Τουρκία ζώνη εδαφών στα σύνορα με τη Συρία και η ζώνη που και σήμερα διεκδικεί η Άγκυρα στα ίδια σύνορα είναι πρόσθετη απαίτηση ήδη κεκαλυμμένης τουρκικής διεκδίκησης.

Όπως αποφεύγουμε να θυμηθούμε ότι η Τουρκία με τη Συνθήκη της Λοζάνης έχει παραιτηθεί οιασδήποτε εδαφικής ή άλλης διεκδίκησής της στην Κύπρο και για τον λόγο αυτόν οι παρεμβάσεις της στην κυπριακή ΑΟΖ γίνονται επί του επιχειρήματος ότι είναι εγγυήτρια δύναμη των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων (συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου). Μάλιστα, αν κατανοήσει κανένας τις εξελίξεις της τελευταίας περιόδου, όπως αλλάζουν οι διεθνείς συσχετισμοί δυνάμεων, ιδίως μετά το ατελέσφορο δράμα της «αραβικής άνοιξης», μπορεί σχετικά εύκολα να αντιληφθεί γιατί η Τουρκία δεν θα ήθελε με τίποτα σήμερα λύση του Κυπριακού, πέραν των άλλων, αφού τυχόν λύση του προβλήματος θα δυσκόλευε κάθε προοπτική εξόδου της στην ανατολική Μεσόγειο, όπου παραμένει χωρίς ρόλο και προσβάσεις, ενώ διά των Τουρκοκυπρίων διατείνεται πως έχει και τα δύο... (Και, παράλληλα, έτσι θα μπορούσε να τεκμηριωθεί γιατί ήταν επιτυχία του ελληνισμού ότι στον τελευταίο γύρο των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό στην Ελβετία, απ' όπου την έσχατη ώρα δραπέτευσε κατόπιν αφόρητων πιέσεων της Άγκυρας ο Μουσταφά Ακιντζί, τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα κατάργησης του συστήματος των εγγυητριών δυνάμεων της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Βαθύτερη ανάλυση των δεδομένων οδηγεί στην εκτίμηση ότι η Τουρκία διέρχεται από την επικράτηση του Ερντογάν και εντεύθεν σοβαρό πρόβλημα στρατηγικού γεωπολιτικού αυτοπροσδιορισμού της, για τον 21ο αιώνα. Η παταγώδης αποτυχία του αφελούς μεταπολεμικού δυτικού μοντέλου ρυμούλκησης της Τουρκίας σ' ένα είδος ιδιότυπης δημοκρατίας, στρατοκρατικά εποπτευόμενης, ώστε εκεί να αποκρούονται τυχόν ρεύματα απειλών εξ ανατολών, μοιάζει στις μέρες μας να έχει καταρρεύσει απολύτως. (Το προσφυγικό και μεταναστευτικό ρεύμα και μόνον, αρκεί για να αναδειχθεί πόσο ασύμβατη είναι η δύση με την κατανόηση νομοτελειών της κινητικότητας των πληθυσμών). Βεβαίως, παγίως υπήρξαν ιστορικά αφελείς οι προσπάθειες της δύσης, ιδίως της Ε.Ε, να ρυθμίσουν ζητήματα της ανατολικής Ευρώπης, στα Βαλκάνια και εσχάτως βορειότερα, εν όσω ιστορικές, πολιτισμικές και εθνικές παρακαταθήκες αιώνων, δεν είναι δυνατό να τιθασεύονται από τις γεωπολιτικές ανάγκες των εκάστοτε ισχυρών διεθνών παραγόντων. Άλλωστε, μία από τις βασικές αιτίες αποδυνάμωσης της πειστικότητας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, ακριβώς είναι ότι οι Βρυξέλλες κατέληξαν να προωθούν διευθετήσεις στην περιοχή μας επί τη βάσει των συσχετισμών δυνάμεων στο εσωτερικό της Ε.Ε., αντί της προαγωγής ιστορικά δίκαιων λύσεων στο πλαίσιο της ενοποίησης, όπως υπόσχονταν.

Για να γυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας, η κατάρρευση του δυτικού σχεδίου για την Τουρκία, όπως εξήγησα, συνοδεύεται με την έκδηλη απογοήτευση ότι για καμιά άλλη χώρα και σε καμιά άλλη περίπτωση, επί τόσον χρόνο και με τόσο μεγάλο κόστος, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ξοδεύτηκαν τόσοι πόροι, με τόσο αντίθετα αποτελέσματα. Αντιληπτοί, ασφαλώς, οι φόβοι για την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία πιεζόταν από την πρόσδεση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟϊκό όχημα! Έχουν, όμως, περάσει σχεδόν 30 χρόνια από την κατάρρευση του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και οι ίδιοι φόβοι στα σημερινά μέτρα όχι μόνο φαίνονται ιδεοληπτικοί αλλά ροκανίζουν και το reason why της ύπαρξης του ίδιου του ΝΑΤΟ.

Η τουρκική ηγεσία, σήμερα ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι η γεωπολιτική ρευστοποίηση ισορροπιών γύρω της, και σχεδόν σ' όλο το μήκος των συνοριακών της γραμμών ανατολικά (Ιράν και Ιράκ), νότια (Συρία) και δυτικά (Ευρωπαϊκή Ένωση, Αιγαίο και Βαλκάνια), προοιωνίζεται δυσμενείς εξελίξεις για την ίδια. Δυσμενείς εξελίξεις για μια χώρα, που στους πολίτες της η εκ παραδόσεων εμπεδωμένη εικόνα λόγου υπάρξεώς της στην ιστορία είναι ο επεκτατισμός. Και μόνον τυχόν αναδίπλωση σε ρόλο χώρας χωρίς διεκδικήσεις σε βάρος των γειτόνων της, δύσκολα θα γινόταν πολιτικά αποδεκτή από τους Τούρκους πολίτες. Άρα αποβάλλεται από την εκάστοτε τουρκική ηγεσία ως σχέδιο για το μέλλον της χώρας, ως ανεπιθύμητο. (Και τα μικρά διαλείμματα των περιόδων Μεντερές και Οζάλ δεν αλλάζουν την εικόνα. Άλλωστε ο πρώτος απαγχονίστηκε και ο δεύτερος προδόθηκε νωρίς από την καρδιά του).

Κατόπιν αυτών, εικάζω ότι η τουρκική πολιτική ηγεσία αυτήν την περίοδο διακατέχεται από τον φόβο ότι θα κληθεί σε γύρους διαβουλεύσεων για νέες διευθετήσεις -και όχι μόνον εδαφικές- σε ζητήματα που και για ιστορικούς λόγους δεν μπορούν εσαεί να υπακούουν στα τουρκικά συμφέροντα. Για παράδειγμα το κουρδικό ζήτημα! Διακρατικές διαβουλεύσεις, δηλαδή, τοπικού χαρακτήρα, στις οποίες η Άγκυρα θα προσερχόταν όντας σε θέση μειονεκτική.

Πρόκειται μ' άλλα λόγια, για ζητήματα στα οποία η Τουρκία οφείλει μόνον να κάνει παραχωρήσεις, και όχι «να έχει να λαμβάνει», όπως η ίδια θεωρεί ότι τής «χρωστάει» η Ιστορία.

Αντ' αυτού, θα προτιμούσε η Τουρκία μια διεθνοποίηση των διευθετήσεων που αφορούν στις παραχωρήσεις που τής αντιστοιχούν, έτσι ώστε να μπορεί να εγείρει αιτήματα τυχόν ανταλλαγμάτων προς όφελός της, σε άλλες ζώνες ενδιαφερόντων της.

Ένα παράδειγμα, για να γίνει κατανοητό τί ακριβώς εννοώ: Αν τυχόν θα προσκαλείτο η Τουρκία να κάνει παραχωρήσεις στο κουρδικό στη μεσανατολική ασιατική ζώνη, θα τήν ευνοούσε να έχει διεκδικήσεις, για παράδειγμα στην κυπριακή ΑΟΖ για τους υδρογονάνθρακες ή στο Αιγαίο σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Διεκδικήσεις, τις οποίες υπό μία τυχόν διεθνή διάσκεψη θα μπορούσε να θέσει υπό τύπον ανταλλαγμάτων, για τις παραχωρήσεις που θα έκανε στο κουρδικό.

Αν η Τουρκία θα επετύγχανε τέτοια διεθνή διάσκεψη, θα κέρδιζε δύο πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα:

1. Θα κέρδιζε πολύ χρόνο, που αναπόφευκτα χρειάζεται σε τέτοιας μορφής διεθνείς πολυμερείς διαδικασίες. (Άλλωστε, αυτό υπήρξε και το ελληνικό σχέδιο μετά το δράμα της Κύπρου, μέσω της πρότασης για διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό, η οποία παρ' ό,τι δεν υιοθετήθηκε καθ' εαυτή, διά της διεθνοποίησης του προβλήματος στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε., δείχνει σήμερα να ανέκοψε την κίνηση προς οριστική απώλεια για τον ελληνισμό εδαφών, όπως φαινόταν μετά την τουρκική εισβολή).

2. Θα έφερνε προς όφελός της τον διαφαινόμενο συσχετισμό δυνάμεων σε μια τέτοιας μορφής διεθνή διάσκεψη. Και τούτο, διότι η Άγκυρα γνωρίζει τον δεδομένο φιλοτουρκισμό των δυτικών πρωτευουσών εδώ και δεκαετίες, απόρροια της αντίληψης των ευρωπαίων και των Αμερικανών για την τουρκική "χρησιμότητα" μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως εξήγησα. (Πιθανώς αυτό έχει αλλάξει, αλλά ποιά τουρκική πολιτική ηγεσία, δεν θα ξαναδοκίμαζε την επιτυχημένη συνταγή; Η Ε.Ε., για παράδειγμα, έχει σπεύσει να ξεκαθαρίσει ότι τουρκική ένταξη δεν είναι νοητή, μεταβάλλοντας το ισχύον επί δεκαετίες πλαίσιο ευρω-τουρκικών σχέσεων, που απέβλεπε στην ένταξη).

Εν κατακλείδι, ισχυρίζομαι ότι η Τουρκία ανοίγει όσο περισσότερο μπορεί τη βεντάλια ζητημάτων στα οποία, δικαίως ή αδίκως, διεκδικεί λόγο, πιστεύοντας ότι έτσι βελτιώνει τη διαπραγματευτική θέση της.
Και για απαντήσω όσο γίνεται και στην αγωνιωδέστερη πτυχή του ερωτήματος: Εάν πρόκειται να προαχθεί αυτός ο καίριος στόχος της μέσω ενός θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο (και όχι στην κυπριακή ΑΟΖ, που οι διεθνείς αντιδράσεις θα ήταν μεγάλες), δεν θα δίσταζε να διακινδυνεύσει την εκδήλωσή του.

-----------------------------------------

(Υγ.: Η παρούσα ανάλυση αφιερώνεται στους ανόητους φίλους μου, που κοντόφθαλμα και μικροκομματικά σκεπτόμενοι και δρώντες επιχειρούν να πλήξουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην ατζέντα των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων», αποδίδοντας στη σημερινή ελληνική κυβέρνηση ιστορικές επιρροές δεκαετιών. Ελπίζω και εύχομαι κάποια στιγμή όλοι αυτοί να ξυπνήσουν και να αναλογιστούν τις μεγάλες ευθύνες τους για τον διχασμό των Ελλήνων σε κρίσιμες εποχές και σε ζητήματα καίριου ελληνικού ενδιαφέροντος)

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύεται και στην ενημερωτική ιστοσελίδα www.circogreco.gr)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα