Σάββατο 6 Ιουνίου 2020  01:12:17

Σωτ. Ρίζος: Οι έξι μεγάλες εθνικές παθογένειες, που ταλαιπωρούν τη χώρα 40 χρόνια τώρα. Γιατί το πολιτικό σύστημα μετέφερε τα προβλήματά της στο Συμβούλιο Επικρατείας. Ένας απολογισμός- υποθήκη. Κύριο

Σε απολογισμό της τελευταίας κρίσιμης πενταετίας για τη χώρα προχώρησε ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Σωτήρης Ρίζος, ο οποίος αποχωρεί από τη θέση του στις 30 Ιουνίου και θα αναλάβει νομικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας.

"Η πολιτική ηττημένη και ολοένα και περισσότερο ετεροκαθοριζόμενη, με ολοένα και λιγότερη εξουσία μεταφέρει στο ΣτΕ τα προβλήματά της, τα οποία όμως φαίνεται να μην μπορούν να επιλυθούν με τα εργαλεία που αυτό διαθέτει, δηλαδή κυρίως με το Σύνταγμα της χώρας".
Με τα λόγια αυτά ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Σωτ. Ρίζος αποχαιρέτισε το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας από την προεδρία του οποίου αποχωρεί στις 30 Ιουνίου.

Παρουσία του προέδρου της Δημοκρατίας, Πρ. Παυλόπουλου, αλλά και σημαντικών παραγόντων, ο Σωτ. Ρίζος μίλησε για μια "ηττημένη από τις συνθήκες πολιτική" η οποία "μετέφερε τα προβλήματά της στο Συμβούλιο Επικρατείας, που όμως δεν μπορεί να τα επιλύσει».

Έτσι θέλησε να περιγράψει ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός τα όσα έχουν προηγηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια με το ΣτΕ να έχει εκδώσει αποφάσεις οι οποίες χαρακτηρίστηκαν αμφιλεγόμενες συνταγματικά, σχετικά με τις περικοπές μισθών, συντάξεις και άλλα ζητήματα.

-Σε θεσμικής βαρύτητας αποτύπωση των παθογενειών της ελληνικής δημοκρατίας από την μεταπολίτευση και ως σήμερα που καθόρισαν, εν πολλοίς, για την επέλευση της γενικευμένης κρίσης, προχώρησε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Σωτήριος Ρίζος σε βαρυσήμαντη ομιλία του κατά την πανηγυρική συνεδρίαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, παρουσία και του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Αρχιεπισκόπου, για την αποχώρησή του από το δικαστικό σώμα μετά από 40 χρόνια δικαστικής καριέρας.

Ο απερχόμενος στο τέλος του μήνα από την Προεδρία του ΣτΕ, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, κ. Ρίζος αποτίμησε την μακρόχρονη διαδρομή του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ταυτίζεται, όπως τόνισε, με την μεταπολιτευτική περίοδο, περιγράφοντας με ακρίβεια τις παθογένειες της ελληνική διοίκησης, της δικαιοσύνης και της πολιτικής.

«Τόσο η κρίση, επεσήμανε ο κ. Ρίζος όσο και η αδυναμία τερματισμού της προκαλούνται από την κυριαρχία εσφαλμένων ιδεών.(νοοτροπιών) Οι οποίες σε μεγάλο βαθμό παραμένουν και μετά την κρίση ακλόνητες. Ολες η οι περισσότερες από αυτές είναι αντίθετες προς αυτές που επικρατούν στα Δυτικά Κράτη»
Και απαρίθμησε ενδεικτικά έξη εθνικές παθογένειες: «Αναντιστοιχία δικαιωμάτων υποχρεώσεων, έξαρση της ανομίας ως αποδεικτικού δημοκρατίας, άρνηση της συνέχειας στην κρατική δομή, άρνηση δημιουργίας αποτελεσματικής διοικήσεως, υποβιβασμός της ηθικής της εργασίας, με κορυφαία από όλες την ενδημούσα εσφαλμένη αντίληψη ότι η εξασθένηση της κρατικής εξουσίας οδηγεί σε μια υποτιθέμενη άνθηση των ατομικών δικαιωμάτων».

«Κανένα μέτρο οικονομικό, υποστήριξε ο Πρόεδρος του ΣτΕ, αξιοποιώντας την πολύχρονη δικαστική του παρουσία στο ανώτατο δικαστήριο, «καμία ανάπτυξη, καμία έξωθεν βοήθεια, δεν πρόκειται να ανατρέψει την καθοδική πορεία των πραγμάτων, όσο μένει άθικτος ο κόσμος των εσφαλμένων ιδεών( νοοτροπιών)».
Σε άλλο σημείο της βαρυσήμαντης ομιλίας του, αναφερόμενος στις χιλιάδες δίκες και υποθέσεις που εκδικάστηκαν στο ΣτΕ τα τελευταία 40 χρόνια, ανέφερε:

«Ηρθαν εδώ τα πάντα. Το δίκαιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, το δίκαιο της οργανώσεως της δημόσιας εκπαιδεύσεως, περιλαμβανομένων και των οδυνηρών νόμων για τα πανεπιστήμια, το δίκαιο του περιβάλλοντος και τόσα άλλα. Σχεδόν το όλη η Πολιτική, οι διακυμάνσεις της, οι ανατάσεις της, οι κατωφέρειες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες».

Για να συμπεράνει πως κατά την 40χρονη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι παθογένειες της ελληνικής δημοκρατίας μετά το 1975 υπήρξαν κάτι παραπάνω από εμφανείς με συνέπειες οδυνηρές για τη χώρα και τους θεσμούς της.
«Με θλίψη, τόνισε, παρακολουθήσαμε την έλλειψη συνέχειας σε όλα τα μεγάλα θέματα, την έλλειψη ικανότητας να κτίσουμε επάνω στο προηγούμενο οικοδόμημα αντί να το γκρεμίζουμε για να δημιουργήσουμε τελικά το ακατανόητο οικοδόμημα του Πύργου της Ελληνικής Βαβέλ».

Σε ότι αφορά το περιεχόμενο και την ποιότητα των νόμων, ο απερχόμενος Πρόεδρος του ΣτΕ περιέγραψε την οδυνηρή κατάσταση που επικρατεί και τις βαθύτατες θεσμικές συνέπειές της. « Υπέστη κατά τη μεταπολίτευση ( Ελληνική Δημοκρατία μετά το 1975) ανήκεστη βλάβη ο νόμος του Κράτους Δικαίου. Διότι ο νόμος αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, που του επιτρέπουν να ρυθμίσει την κοινωνική ύλη και να τύχει εφαρμογής. Την γενικότητα και τη συμπερίληψή του σε ένα αυτόνομο διακεκριμένο όχημα, με ορισμένους κανόνες που τοποθετούνται σε ένα μόνο νόμο.

Οχι «και σε άλλες διατάξεις» που θολώνουν τις ρυθμίσεις, εμποδίζουν τη γνώση από δικαστές, διοίκηση και πολίτες».

Με μελανά χρώματα σκιαγράφησε και την κατάσταση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, τονίζοντας μεταξύ άλλων: « Η εικόνα που αποκομίσαμε από τον φάκελο των υποθέσεων αλλά και από τις δίκες πιστοποιούν ότι η ελληνική διοίκηση οδηγήθηκε σε μια κατάσταση, που αδυνατεί να υποστηρίξει τους σκοπούς του Κράτους, δεδομένου ότι καθοδόν και με τη συνέργεια της Πολιτικής, οργανώθηκε με αρχές αυτοπροστασίας του προσωπικού της, κεκαλυμμένες με τον μανδύα της δημοκρατικής αρχής. Με αλλεπάλληλους νόμους δημιουργήθηκε αχλύς περί την αποστολή και την σπουδαιότητα της διοικήσεως με αποτέλεσμα να απομακρυνθούμε από τους κλασσικούς αρχιτέκτονες των σύγχρονων διοικήσεων».

Ως σχόλιο για την κατάσταση της διοίκησης ο Πρόεδρος του ΣτΕ ανέφερε τη ρήση του Μπίσμαρκ «με κακούς νόμους και καλούς υπαλλήλους μπορεί κανείς να κυβερνά. Με κακούς όμως υπαλλήλους δεν ωφελούν σε τίποτα και οι άριστοι νόμοι».

Στη συνέχεια ο κ. Ρίζος αναφέρθηκε εκτενώς στο ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο έχει μεταβληθεί, όπως είπε, λόγω των παθογενειών της διοίκησης και της νομοθετικής παραγωγής σε οιωνεί συνταγματικό δικαστήριο, αλλά και στο ρόλο του εν μέσω κρίσης. «Το Δικαστήριο, τόνισε, επιχειρεί μια προσπάθεια συμβιβασμού συνταγματικών αρχών και της ασκούμενης πολιτικής, άλλοτε όμως καταλήξει σε μια ακύρωση της Πολιτικής, ιδίως σε θέματα κοινωνικού κράτους» για να καταλήξει «με τη βαθύτερη σκέψη ότι πρέπει να παραμείνει όχι στο ακέραιο αλλά ο σκελετός ο κορμός του κοινωνικού κράτους».
Ο απερχόμενος πρόεδρος του ΣτΕ άσκησε αυτοκριτική και για την άκαμπτη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα περιβάλλοντος, τονίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια «το δικαστήριο είχε την πρόνοια να ακολουθήσει μια αθόρυβη και μεθοδική αναδιάταξη της νομολογίας του».

Για το έργο και την προσωπικότητα που απερχόμενου Προέδρου μίλησαν ο αρχαιότερος αντιπρόεδρος του ΣτΕ Νικος Σακελλαρίου, οι καθηγητές της Νομικής Σχολής Φίλιππος Σπυρόπουλος και Σπ. Φλογαϊτης, εκπρόσωποι δικαστικών ενώσεων ενώ αίσθηση προκάλεσε η παρουσία του Αρχιεπισκόπου στην εκδήλωση τον οποίο ο Πρόεδρος του ΣτΕ χαρακτήρισε «αρχιεπίσκοπο της ειρηνεύσεως και της σιωπής».

Παρόντες στην εκδήλωση ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλου και ο Αρχιεπισκόπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος , ο υπουργός Δικαιοσύνης Νικ. Παρασκευόπουλος, ο βουλευτής Επικρατείας και πρώην ο πρύτανης του ΕΚΠΑ, Θεόδωρος Φορτσάκης, ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κουτρουμάνος, οι τέως πρόεδροι του ΣτΕ Γιώργος Παναγιωτόπουλος και Κωνσταντίνος Μενουδάκος, καθηγητές Πανεπιστημίων, δικηγόροι, κ.λπ.

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline