Δευτέρα 20 Μαϊου 2019  02:06:34

Ο καθηγητής Γ. Πανούσης ξεσκεπάζει τον υπόκοσμο του αθλητισμού των παραγόντων: «Οι κερκίδες και τα πέριξ των γηπέδων γέμισαν από χούλιγκαν, πρεζόνια, κλεφτρόνια, μικρολαμόγια και οπαδούς της βίας και ανομίας». Κύριο

Αιχμές για την υποστήριξη των μεγαλοπαραγόντων των ομάδων αυτών, τις στρατιές των μπαχαλάκηδων, που δεν έχουν καμία σχέση με τους κανονικούς φιλάθλους και οπαδούς, τις διαπλοκές με επιχειρηματικές και πολιτικές-κομματικές σκοπιμότητες.

Τραμπουκισμοί συμπλοκές, καταστάσεις βίας και ανομίας, υβριστικό επίπεδο των μεγαλοπαραγόντων, καταστάσεις Κολοσσαίου στα γήπεδα. Από τους λίγους πού βάζουν το χέρι στον τύπο των ήλων, στις πληγές του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ και άλλων αθλημάτων με ασθένειες βαριές, δηλαδή με υπόκοσμο κορυφής και βάσης, ομιλεί με τόλμη και παρρησία στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ....

Την τελευταία φορά που θυμάμαι τον κ. Γιάννη Πανούση να ομιλεί δημοσίως για τη βία στους αθλητικούς χώρους –ή, για την ακρίβεια, τη βία με αφορμή κάποιο αθλητικό γεγονός– ο ίδιος ήταν αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, η οποία και είχε αποφασίσει διακοπή του πρωταθλήματος, προαναγγέλλοντας ένα νέο δρακόντειο νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ανομίας.

Έπειτα από ένα ταραχώδες 7μηνο στην Κατεχάκη, ο κ. Πανούσης αποστασιοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση εξήγγειλε και άλλες φορές μέτρα εξυγίανσης στον χώρο του αθλητισμού. Και όμως, τα οργανωμένα επεισόδια είναι συνεχή και κλιμακούμενα, όχι μόνον στις κερκίδες αλλά, πλέον, και σε «ραντεβού θανάτου» στους δρόμους.

Για τον καθηγητή Εγκληματολογίας η «οπαδική βία» δεν είναι στενά αθλητικό σύμπτωμα. «Η βία των οπαδών μαστίζει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και εκφράζεται με επιθέσεις οργανωμένων ομάδων φανατικών –από παπάδες μέχρι ακροδεξιούς– σε κάθε ευκαιρία και συχνά εναντίον όλων». Ο ίδιος, άλλωστε, εκτιμά ότι η αθλητική βία δεν είναι παρά μέρος αυτής της επικρατούσας, παροξυστικής βίας στην κοινωνία μας. Σημειώνει, δε, ότι μπορεί να διακριθεί σε διάφορα στάδια: στην εποχή των αποκλεισμένων παιδιών (1970-1980), όταν αποτελούσε μορφή έκφρασης όσων θεωρούσαν ότι βρίσκονταν στο περιθώριο, στην εποχή των ιδιωτικών στρατών των προέδρων (1990-2000) και στη σημερινή της μορφή, όπου, όπως σημειώνει, το εγκληματοειδές στοιχείο επικρατεί.

Στη «Σαββατιάτικη Συνάντησή» μας, ο κ. Πανούσης, που έχει διατελέσει κατά το παρελθόν πρύτανης του Πανεπιστημίου Θράκης και πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού, μιλάει χωρίς περιστροφές, υποστηρίζοντας ότι τα κρούσματα βίας στα γήπεδα ή πέριξ αυτών ουδεμία ουσιαστική σχέση έχουν με αυτό καθαυτό το αθλητικό γεγονός. «Πρόκειται για οργανωμένη και προσχεδιασμένη βία, η οποία δεν έχει σχέση με τον αγώνα και την εξέλιξή του», σημειώνει, «αλλά με τις δυνατότητες απευθείας μετάδοσης από τα ΜΜΕ της καταστροφικής μανίας των κουκουλοφόρων, οι οποίοι "μονομαχούν" με την αστυνομία και κάνουν επίδειξη δύναμης στο κράτος. Δεν πρόκειται για αυθόρμητη βία (σύνδρομο των Βεδουίνων), ούτε για σύγκρουση για την τιμή της φανέλας και, βέβαια, δεν σχετίζεται με την κοινωνικο-οικονομική κρίση».

Ο 70χρονος καθηγητής υπογραμμίζει την προϊούσα «ποινικοποίηση» του χώρου των οργανωμένων, συχνά πάνω στην αφελή, όπως τη χαρακτηρίζει, ταύτιση των απλών φιλάθλων με τα χρώματα της ομάδας τους. «Οι θύρες διακινούν διάφορα "μαύρα προϊόντα" του υποκόσμου, ενώ η συχνά αφελής λαϊκή συμπαράσταση θολώνει την εικόνα. Οι μπαχαλάκηδες ή άλλες "συλλογικότητες" έχουν βρει "γήπεδο" για δράσεις, οι οποίες δεν διαταράσσουν μόνο τη δημόσια τάξη αλλά επιβουλεύονται και την ασφάλεια των πολιτών», λέει και προσθέτει: «Χούλιγκαν, πρεζόνια, κλεφτρόνια, μικρολαμόγια εναλλάσσονται ή και συνυπάρχουν». Μάλιστα, εκτιμά ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω ατυχών χειρισμών (σ.σ. αν και αμφιβάλλει, όπως σημειώνει, εάν ήταν απλώς χειρισμοί ή διάθεση εμπλοκής) από κυβερνητικούς παράγοντες, που είχαν ως αποτέλεσμα «να δοθεί και πολιτικο-κομματική χροιά στο φαινόμενο».

«Αυτό το πολιτικο-οικονομικο-εργολαβικο-μιντιακό σύμπλεγμα, για να σπάσει, χρειάζεται ταυτόχρονα χτύπημα σε όλα τα κεφάλια της Λερναίας Υδρας», σημειώνει ο καθηγητής Πανούσης, υπογραμμίζοντας ότι δεν αρκούν τα ημίμετρα. Τα μέτρα που προτείνει είναι βαριά: άμεση διακοπή του Πρωταθλήματος και του Κυπέλλου («εν κινήσει δεν γίνεται "κάθαρση"», εξηγεί), αυτόματος και αυτοδίκαιος υποβιβασμός της όποιας ομάδας οι "φίλαθλοι" της οποίας προκαλούν τα σοβαρά επεισόδια, αποκλεισμός ετήσιος των γηπέδων των ομάδων αυτών, αφαίρεση φιλάθλου ιδιότητος όποιου γράφει ή δηλώνει εμπρηστικά συνθήματα, διάφορα ασυμβίβαστα και αναδιάρθρωση των εμπλεκόμενων φορέων.

Ο κ. Πανούσης, ο οποίος αν και αγαπούσε τη Φιλολογία σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρακινημένος από τον πατέρα του που τον προόριζε για διάδοχό του, και στη συνέχεια στο Université de Poitiers της Γαλλίας, είναι ο ίδιος πατέρας τριών τέκνων. «Δεν είμαστε πλέον στη φάση της ευαισθητοποίησης, της ενημέρωσης, ή της παιδείας (sic) αλλά στη φάση της "εκκαθάρισης τοπίου"», σημειώνει προβληματισμένος για την τροπή που έχουν λάβει τα πράγματα. «Τα βασικά ερωτήματα αφορούν την ποιότητα της εξυγίανσης, τις διαδικασίες αποκάλυψης των υπόγειων σχέσεων αθλητικού υποκόσμου και πολιτικού υπερκόσμου, την οριοθέτηση του αυτοδιοίκητου ώστε να μην μπορεί να παρεμβαίνει το κράτος αλλά και να μη δίδεται ασυλία σε εγκληματικές ενέργειες και, τέλος, τη μη παραβίαση των νόμων από την ίδια την πολιτεία και τους φορείς της», δηλώνει, προκαλώντας το προφανές ερώτημά μου: «Τα ερωτήματα υπάρχουν. Απαντήσεις σε αυτά μπορούν να βρεθούν;». «Λύσεις υπάρχουν. Οι λύτες μοιάζουν φοβισμένοι ή αμήχανοι», απαντά.

Μία συνάντηση με έναν πρώην υπουργό, του οποίου η αποπομπή ζητήθηκε ουκ ολίγες φορές από στελέχη του ίδιου του κόμματος που κυβερνούσε αλλά και που ο ίδιος κατήγγειλε πως «αντιεξουσιαστές, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και οργανωμένο έγκλημα θέλουν να με διώξουν», δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει και ένα πολιτικό ερώτημα. Ειδικά από τη στιγμή που ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να ρίξει «γέφυρες» προς την Κεντροαριστερά. «Ο πρωθυπουργός με τίμησε διορίζοντάς με σε μια κρίσιμη θέση, ενώ δεν ήμουν ούτε κομματικός ούτε γνωστός του. Η αστική μου ευγένεια αυτό το σέβεται –παρά τις πολιτικές διαφωνίες μου για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ από την οπτική της αστικής Αριστεράς, στην οποία πιστεύω– και γι' αυτό δεν σκοπεύω ν' αναλωθώ σε προσωπικές επιθέσεις και καταγγελίες», αρκείται να σημειώσει, προσθέτοντας υπαινικτικά, «όπως δυστυχώς έκαναν άλλοι πρώην υπουργοί». Ως προς τη γέφυρα κι αν ο ίδιος θα μπορούσε να τη διαβεί, είναι μάλλον σαφής: «Διαφωνώ με την ποιότητα και τη σκοπιμότητα της κατασκευής γεφυρών, από τις οποίες ούτε ο ελληνικός λαός πρόκειται να περάσει ούτε κάποιοι θα τους περιμένουν απέναντι. Η σοσιαλιστική δημοκρατική Αριστερά θα χτιστεί με νέα υλικά και σε νέα βάση. Αν ο πρωθυπουργός θέλει πράγματι να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο, οφείλει να αφήσει τα επικοινωνιακά τρικ και να στραφεί στις υγιείς, μη διαπλεκόμενες και μη ιδιοτελείς δυνάμεις του τόπου».

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα