Τρίτη 31 Μαρτίου 2020  18:32:42

Το ΣτΕ ανακοίνωσε ότι απέρριψε προσφυγή της Εκκλησίας με πρόεδρο την κ. Αικ. Σακελλαροπούλου. Επιπλέον δικαιώνει ΣΥΡΙΖΑ -Γαβρόγλου για την ελεύθερη «θρησκευτική συνείδηση» και την μη εποπτεία της Εκκλησίας. Κύριο

Γρσφειοκρατική νοοτροπία και τυπολατρία είναι το πρώτο σχόλιο από την Εκκλησία της Ελλάδος, καταφανώς με πνεύμα έκπληξης και δυσαρέσκειας.«Πληρώνονται από το κράτος, θα ελέγχονται από το κράτος», η απόφαση και η λογική του Συμβουλίου.

-Απορρίφθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας η προσφυγή της Εκκλησίας της Ελλάδος με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν ως αντισυνταγματικά τμήματα του Προεδρικού Διατάγματος που αφορούν τον νέο οργανισμό του υπουργείου Παιδείας. Σημείο διαφωνίας αποτέλεσε το άρθρο που αφαιρεί από την αποστολή του υπουργείου Παιδείας την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», αλλά και άρθρο που αφορά στην εποπτεία της Εκκλησίας της Ελλάδος από το κράτος.
Ειδικότερα, η Εκκλησία διαφωνούσε τόσο κατά το μέρος του ΠΔ που καθορίζονται η αποστολή του υπουργείου, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτήν η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, και αφετέρου με το σημείο που καθορίζονται αρμοδιότητες Τμημάτων δύο Διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων για την άσκηση εποπτείας επί της Εκκλησίας της Ελλάδος και των νομικών της προσώπων οι οποίες, κατά τα προβαλλόμενα, δεν προβλέπονται στον νόμο.
Αναλυτικότερα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με πρόεδρο την κ, Κατερίνα Σακελλαροπούλου έκρινε τα εξής:

Με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, και η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει την εξουσία της ν' αποφασίζει για τις υποθέσεις της με δικά της όργανα, τα οποία συγκροτούνται όπως ο νόμος ορίζει και να διοικείται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και την απ' αυτή προερχόμενη Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Ωστόσο, η εξουσία αυτή της Εκκλησίας ασκείται εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων που θεσπίζει ελεύθερα ο νομοθέτης, ο οποίος μόνο δεν μπορεί να προχωρήσει και μέχρι τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών που έχουν καθιερωθεί πάγια στην οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας.

Η διατύπωση της αποστολής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στο άρθρο 1 του Οργανισμού του (π.δ. 18/2018) δεν είναι αντισυνταγματική, διότι οι βασικοί σκοποί της παιδείας καθορίζονται από συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις, κατά το μέρος δε που οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνονται ή μη στο οργανωτικό διάταγμα του Υπουργείου στερούνται αυτοτελών κανονιστικών συνεπειών.

Επομένως, το γεγονός ότι καθορίζεται ως αποστολή του Υπουργείου η ανάπτυξη και συνεχής αναβάθμιση της παιδείας με σκοπό την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης, την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης και της λατρείας, τη διαμόρφωση ελεύθερων, ενεργών και κριτικά σκεπτόμενων πολιτών κ.λπ., χωρίς να αναφέρεται ρητώς η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, αλλά η προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όπως άλλωστε δεν αναφέρεται κατά γράμμα ούτε η επαγγελματική αγωγή των Ελλήνων ή η διάπλασή τους σε υπεύθυνους πολίτες, δεν έχει την έννοια ότι οι σκοποί αυτοί παύουν να αποτελούν σκοπούς της παιδείας κατά παράβαση του Συντάγματος.
Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου(που εκλέχτηκε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας), δύο Αντιπροέδρων και τεσσάρων Συμβούλων, από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει ως σκοπό την διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, καθώς και, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, όπως η τελευταία νοηματοδοτείται και από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 13, με την οποία καθιερώνεται το απαραβίαστο της ελευθερίας της. Κατά συνέπεια «όχι μόνον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και τον εξουσιοδοτικό νόμο, αλλ' αντιθέτως, αποδίδει με τον πληρέστερο τρόπο το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων».

Η μειοψηφία

Στην απόφαση της Ολομέλειας εκφράστηκε και μειοψηφούσα άποψη έξι Συμβούλων και δυο Παρέδρων, κατά τη γνώμη των οποίων πρέπει να ακυρωθεί το π.δ. 18/2018 κατά το μέρος που δεν περιλαμβάνεται η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» των Ελλήνων στην διάταξη περί της αποστολής του Υπουργείου.
Σύμφωνα με την μειοψηφία, ο νόμος επιβάλλει την αναγραφή στους Οργανισμούς των Υπουργείων της αποστολής τους, όπως αυτή προκύπτει (και, κατά μείζονα λόγο, όπως αυτή προβλέπεται ρητώς) από τις σχετικές νομοθετικές και συνταγματικές διατάξεις, χωρίς να επιτρέπει αποκλίσεις. Όφειλε, συνεπώς, ο κανονιστικός νομοθέτης να περιλάβει την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», ενώ η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται με την μνεία της «προστασίας της ελευθερίας της συνείδησης», η οποία ευρίσκει έρεισμα σε άλλη συνταγματική διάταξη και δεν ταυτίζεται με την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης».
«Πληρώνονται από το κράτος, θα ελέγχονται από το κράτος»

Σχετικά με την διαφωνία της Εκκλησίας για την άσκηση εποπτείας από το κράτος, η απόφαση αναφέρει:

«Αναφορικά με το καθεστώς των λειτουργών και υπαλλήλων της Εκκλησίας, έχει γίνει δεκτό ότι η υπηρεσιακή σχέση των εφημερίων με την Εκκλησία και τα λοιπά εκκλησιαστικά ν.π.δ.δ. διέπεται από τους νόμους της Ελληνικής Πολιτείας. Ενόψει δε και του ότι οι λειτουργοί της Εκκλησίας της Ελλάδος καταλαμβάνουν οργανική δημόσια θέση και μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, η Εκκλησία της Ελλάδος, ως θρησκευτική κοινότητα, δεν τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες με τις λοιπές θρησκευτικές κοινότητες της χώρας. Για το λόγο αυτό, η άσκηση εποπτείας στους εκκλησιαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους, η οποία διασφαλίζει το κύρος και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 13 παρ. 3 του Συντάγματος και 9, 11 και 14 της ΕΣΔΑ.
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ APP ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline