Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021  01:26:32

Το νέο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά ξετινάζει τον Χένρυ Κίσσινγκερ και τον ρόλο του σε βάρος της Ελλάδος, Καραμανλή και της Κύπρου. Κύριο

Κυνικός και αδίστακτος, πάντα φιλότουρκος, «προφήτευε ρεαλιστικά » την εκλογή του Ανδρέα. Οι αιχμηροί διάλογοι του Παπαχελά μαζί του. Πολύτιμες και αποκαλυπτικές σελίδες από την περίοδο της δικτατορίας, της Κυπριακής τραγωδίας και της Μεταπολίτευσης.

- Διπλωματικές αθλιότητες ίντριγκες, παρασκηνιακές διαπλοκές, ύπουλα παιχνίδια τον καιρό της χούντας, όπως αποκαλύπτονται μέσα από απόρρητα έγγραφα που φέρνει στο φως το νέο βιβλίο «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974» του διευθυντή της «Καθημερινής» Αλέξη Παπαχελά .
«Λίγες μέρες πριν από την τουρκική εισβολή και την έλευση του Καραμανλή κάποιοι διπλωμάτες επιμένουν ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να ανατρέψουν τη χούντα του Ιωαννίδη για να προλάβουν τον ξέφρενο αντιαμερικανισμό που θα ακολουθούσε. Ο Κίσινγκερ τους χλεύασε λέγοντας: "Θα υπενθυμίσω σε όλους πως είμαστε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και όχι κάποιο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών"».

Με το απόσπασμα αυτό που παραθέτει ήδη από τον πρόλογο του νέου βιβλίου του με τον τίτλο «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974», ο διευθυντής της εφημερίδας «Καθημερινή» Αλέξης Παπαχελάς φιλοτεχνεί με τον πλέον παραστατικό τρόπο την κυνική πλευρά του χαρακτήρα του αποκαλούμενου «μάγου της αμερικανικής διπλωματίας» Χένρι Κίσινγκερ, ενός μοιραίου προσώπου για την Ελλάδα και την Κύπρο, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στον σχεδιασμό και την εκτέλεση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από το 1969 έως το 1977, αρχικά ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και εν συνεχεία, από το 1973, ως υπουργός Εξωτερικών.

Κίσινγκερ: «Ο Μακάριος παίζει σκληρό παιχνίδι. Του είπα να μην πάει στους Ρώσους. Αυτό που πρέπει να βάλει στο μυαλό του είναι ότι σε μια κρίση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς εμάς

Ωστόσο, αν η μία πλευρά του χαρακτήρα του που τον έκανε διάσημο ήταν ο κυνισμός, η άλλη ήταν ο «προφητικός ρεαλισμός», όπως επισημαίνει ο Αλέξης Παπαχελάς, περιγράφοντας τη συνέχεια των λεγομένων του γεννημένου στη Βαυαρία (από γερμανοεβραίους γονείς που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ) Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος με πολύ λίγες λέξεις περιέγραψε ήδη από το 1974 τα όσα διαδραματίστηκαν τις επόμενες δύο δεκαετίες στη χώρα μας. «Θα έλθει ο Καραμανλής, θα υπάρξει ένα βίαιο αριστερό κίνημα στην Ελλάδα, θα νομιμοποιήσει την Αριστερά και σε δέκα χρόνια θα έλθει ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εξουσία. Αλλά θα τον αντιμετωπίσουμε και αυτόν, τον Ανδρέα τον ξέρω άλλωστε», θα πει ο αρχηγός του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην ίδια σύσκεψη με τους συνεργάτες του.

Λίγες εβδομάδες αργότερα και ενώ έχει μεσολαβήσει η δεύτερη φάση της εισβολής των δυνάμεων του «Αττίλα» στην ελληνική Μεγαλόνησο, ο Κίσινγκερ, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την πολύχρονη έρευνα του Ελληνα δημοσιογράφου στα αμερικανικά αρχεία, περιγράφει την καταδικαστική απόφαση για τον διχασμό της κυπριακής επικράτειας και την παγίωση της τουρκικής κατοχής που συνεχίζεται ως τις μέρες μας. «Δεν υπάρχει κάποιος αμερικανικός λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου», θα πει χωρίς περιστροφές στον νεο-ορκισθέντα πρόεδρο των ΗΠΑ Τζέραλντ Φορντ που έχει μόλις πάρει τη σκυτάλη από τον Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί εξαιτίας του περίφημου σκανδάλου Watergate.

Η Δέσποινα ζήλευε, οι Αμερικανοί διασκέδαζαν...

Το φως στο «σκοτεινό δωμάτιο» που ρίχνει η έρευνα του Αλέξη Παπαχελά δεν επιβεβαιώνει μόνο τον εμπεδωμένο στην ελληνική κοινή γνώμη ρόλο του Κίσινγκερ στην κρίσιμη περίοδο κατά την οποία εκτυλίχθηκαν τα δραματικά γεγονότα που οδήγησαν στην κυπριακή τραγωδία, αλλά και στην πτώση του χουντικού καθεστώτος. Αποκαλύπτει ταυτόχρονα τις ίντριγκες των στρατιωτικών που σφετερίστηκαν την εξουσία και οι οποίες όχι μόνο δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τη διαπλοκή και τον πολιτικαντισμό που ξέρουμε από τις εποχές που στα πράγματα είναι οι κλασικοί πολιτικοί, αλλά μάλλον ήταν πολύ χειρότεροι.

Ο Αμερικανός πρεσβευτής Χένρι Τάσκα, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα στις αρχές του 1970 για να εκφράσει τη στήριξη των ΗΠΑ στην εξουσία των συνταγματαρχών, δυόμισι χρόνια αργότερα άρχισε να αμφισβητεί την κυριαρχία του Παπαδόπουλου στο καθεστώς. Σε ένα τηλεγράφημά του τον Σεπτέμβριο του 1972 έφτασε στο σημείο να κάνει για πρώτη φορά πολύ απαισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον του.

«Η θέση του Παπαδόπουλου έχει αδυνατίσει πολύ τους τελευταίους μήνες», γράφει σε διόλου διπλωματική γλώσσα. «Οι πιθανότητες να επιβιώσει είναι κάτι λιγότερο από 50% για εμένα. Και απλώς δεν βλέπω κάτι στον ορίζοντα το οποίο θα μπορούσε να ανατρέφει τις εξελίξεις εναντίον του. [...] Δεν μπορεί άλλωστε παρά να εντυπωσιαστεί κάποιος από το γεγονός ότι αισθάνεται την ανάγκη να έχει τη δική του αστυνομία (σ.σ.: την ΕΣΑ) για να κατασκοπεύει το στρατιωτικό κατεστημένο. Ο τρόπος που διοικεί συνεχίζει να είναι σπασμωδικός. Η αίσθηση ηγεσίας και κάποιας δυναμικής έχει εξανεμιστεί. Η γραφειοκρατία γίνεται όλο και πιο αναποτελεσματική και η διαφθορά στα υψηλά κλιμάκια συνεχίζεται, ακόμα και σε ό,τι αφορά την ίδια τη σύζυγο του πρωθυπουργού».

Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος με τη σύζυγό του Δέσποινα, η οποία, σύμφωνα με το βιβλίο, ζήλευε αφόρητα την... ερωμένη του

Ο Τάσκα έδωσε οδηγίες στη CIA και στους στρατιωτικούς ακολούθους να έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά και να συλλέγουν πληροφορίες για το ποιος αξιωματικός θα μπορούσε να ανατρέψει τον δικτάτορα. Ο πρέσβης δείπνησε ένα βράδυ με το ζεύγος Παπαδόπουλου και κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα τηλεγράφημα προς τον (αναπληρωτή) υπουργό Εξωτερικών Ρότζερ Ντέιβις και στον (υφυπουργό) Τζόζεφ Σίσκο:

«Οπως και σε άλλες πρόσφατες περιπτώσεις, βρήκα τον πρωθυπουργό μάλλον κουρασμένο στο δείπνο που είχαμε. Δεν είχε καθόλου έμπνευση και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Εμοιαζε να έχει συνέχεια κάτι άλλο στο μυαλό του. Βέβαια, από την άλλη, εργάζεται σκληρά και είχε πριν μια μακρά ημέρα...

Παρεμπιπτόντως, η σύζυγός του αστειευόταν με αιχμηρό τρόπο μαζί του όλο το βράδυ. Επανέλαβε, παρουσία του, τo αστείο με τους Κινέζους. Ενα νέο μέλος της κινεζικής πρεσβείας στην Αθήνα είχε συναντήσει τον αντιβασιλέα, τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Αμυνας και τον υπουργό Εξωτερικών και δήλωσε μετά: "Εσείς στη Δύση λέτε ότι εμείς οι Κινέζοι μοιάζουμε όλοι ίδιοι, αλλά και εσείς, Ελληνες, δεν πάτε πίσω"». Ο Τάσκα συμπλήρωνε ειρωνικά: «Βεβαίως, ο Παπαδόπουλος κατέχει όλες τις παραπάνω θέσεις». Καταλήγοντας σχολίασε: «Οι σχέσεις μεταξύ του πρωθυπουργού και της συζύγου του μοιάζουν τεταμένες. Οταν της έκανα κάποιο κομπλιμέντο για την εμφάνισή της, γύρισε στον πρωθυπουργό και του είπε: "Ισως τώρα μειώσεις λίγο το ενδιαφέρον σου για την Ελληνοαμερικανή ερωμένη σου"».

Ο Παπαδόπουλος εμφανίζεται να αυτοσαρκάζεται συχνά για τις πολλαπλές κυβερνητικές θέσεις που κατείχε. Ο Τάσκα διηγείτο σε Ευρωπαίους συναδέλφους του ότι μια μέρα είχε πάει στο γραφείο του για να του παραδώσει ένα προσωπικό μήνυμα του προέδρου Νίξον. Η γραμματέας του δικτάτορα του είπε ότι βρισκόταν σε σύσκεψη και θα τον έβλεπε σε λίγο. Επειτα από μισή ώρα ο Τάσκα έχασε την υπομονή του και άνοιξε την πόρτα της αίθουσας συσκέψεων. Βρήκε τον Παπαδόπουλο να κάθεται στην κορυφή ενός μεγάλου τραπεζιού, μόνο του, σκυφτό, με το κεφάλι να ακουμπάει στα χέρια του. Εκνευρισμένος ο Αμερικανός πρέσβης τού είπε: «Μα νόμιζα ότι είχατε σύσκεψη». «Πράγματι συσκέπτομαι», του απάντησε ο Παπαδόπουλος. «Συζητάμε κάποιες κρατικές υποθέσεις με τον αντιβασιλέα, τον υπουργό Εξωτερικών και τους συναδέλφους του υπουργούς Αμυνας και Συντονισμού».

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν κοντά στον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Από συζήτηση όμως με τον Χένρι Τάσκα προέκυψε ότι είχε επαφές και με τον εξόριστο Κωνσταντίνο Καραμανλή

Η «απογοήτευση» του Ωνάση και η διαχρονικότητα της διαπλοκής

Ο Αμερικανός πρεσβευτής εισέπραττε ένα κλίμα απογοήτευσης και από κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνικού επιχειρηματικού κατεστημένου. Ο Ωνάσης ήταν πολύ κοντά στο ζεύγος Παπαδόπουλου, στο οποίο είχε παραχωρήσει τη βίλα στην οποία έμεναν στο Λαγονήσι. Είχε όμως αποφασίσει να μην υλοποιήσει τη συμφωνία που είχε κάνει για την κατασκευή ενός διυλιστηρίου και διεκδικούσε με αγωγές στο κράτος τα χρήματα της εγγυητικής επιστολής που είχε δώσει.

Ο Ωνάσης συναντήθηκε με τον Τάσκα και είχαν μια μακρά συζήτηση, την οποία αποτύπωσε ο πρέσβης: «Αποκόμισα τη σαφή εντύπωση πως έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση Παπαδόπουλου οδεύει προς την έξοδο. Συζητήσαμε τις αγωγές εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης για την κατασκευή του τρίτου ελληνικού διυλιστηρίου. Μου ξεκαθάρισε ότι αυτό που ήθελε περισσότερο ήταν να προστατεύσει τη φήμη του ως ένας ισχυρός ανταγωνιστής του Λάτση και του Ανδρεάδη. [...] Πρόσθεσε πως μέλη της κυβέρνησης προσπαθούν να βγάλουν χρήματα όσο πιο γρήγορα γίνεται, καθώς έχουν την εντύπωση ότι δεν θα μείνουν για πολύ ακόμα στην εξουσία». Από τη συζήτηση προέκυψε ότι ο Ελληνας εφοπλιστής είχε επαφές με τον Καραμανλή, «ο οποίος έχει κουραστεί πολύ από την εξορία και θέλει να γυρίσει στην Ελλάδα».

Οι Αμερικανοί, πάντως, φαίνεται ότι άργησαν πολύ να αναγνωρίσουν την επιρροή που ασκούσε στην ελληνική γνώμη ο εξόριστος στο Παρίσι πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρεσβευτής στην Αθήνα Χ. Τάσκα εισηγήθηκε αρνητικά στο αίτημα για συνάντηση με τον πρόεδρο Νίξον, που διατύπωσε ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας σε συνάντηση που είχε στα τέλη του 1972 με Αμερικανό διπλωμάτη. «Μια τέτοια συνάντηση θα αυξήσει τις ελπίδες για το πολιτικό μέλλον του Καραμανλή και των υποστηρικτών του, ενώ θα δώσει τροφή σε ατελείωτη σπέκουλα για τις προθέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης», αντέτεινε ο Τάσκα. «Ο Καραμανλής όπως και πολλοί άλλοι πρώην πολιτικοί συνεχίζουν να πιστεύουν στον μύθο πως ένα νεύμα από την Ουάσινγκτον είναι ό,τι χρειάζεται για να αποκαταστήσουν την παλιά πολιτική τάξη εδώ. [...] Ο Καραμανλής είναι παλαιός φίλος των ΗΠΑ και πιθανότατα θυμάται με νοσταλγία τις ημέρες που ο αμερικανικός ρόλος στις ελληνικές υποθέσεις ήταν εμφανέστατα πιο ισχυρός», πρόσθετε.

Ο πρεσβευτής προειδοποιούσε ότι μια συνάντηση Καραμανλή - Νίξον θα εξόργιζε τη χούντα και θα προκαλούσε μεγάλες ρωγμές στις σχέσεις των δύο κυβερνήσεων.

Ο Μητσοτάκης πίεζε για Καραμανλή...

Ωστόσο, οι πιέσεις προς τις ΗΠΑ για να εγκαταλείψουν τους ευρισκόμενους σε αποδρομή συνταγματάρχες και να προκρίνουν πολιτική λύση με επικεφαλής τον Καραμανλή πλήθαιναν. Οπως αποκαλύπτεται από τα έγγραφα που εξασφάλισε ο Αλέξης Παπαχελάς, ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της λύσης Καραμανλή ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος συναντήθηκε με τον βοηθό υφυπουργό Εξωτερικών Ρότζερ Ντέιβις.

Ο Κρητικός πολιτικός ήταν σαφής και ισχυρίστηκε ότι εκφράζει πολλούς άλλους, αλλά και τον Καραμανλή: «Η αμερικανική πολιτική της ευγενικής πειθούς έχει αποτύχει. Επειτα από έξι χρόνια η χούντα δεν δείχνει καμία πρόθεση να κινηθεί προς την αποκατάσταση της κανονικής πολιτικής ζωής. Πρέπει να είναι καθαρό τώρα ότι η χούντα δεν μπορεί να προχωρήσει. Το περισσότερο που μπορεί να περιμένουμε από τον Παπαδόπουλο είναι νοθευμένες εκλογές. [...] Ομως βρίσκεται σε κίνδυνο, είναι ολοένα και πιο αντιπαθής στους απλούς πολίτες και στους στρατιωτικούς, και οι κινητοποιήσεις των φοιτητών θα ενταθούν χωρίς αμφιβολία. Η κυβέρνηση έχει φθάσει σε αδιέξοδο. Αυτό ήταν. Τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για μια πρωτοβουλία που δεν θα απαιτήσει αχρείαστες και μεγάλες θυσίες από τον ελληνικό λαό. Η μόνη διέξοδος αυτή τη στιγμή είναι η λύση Καραμανλή. Ο Καραμανλής είναι ο μόνος που έχει την εμπιστοσύνη και υποστήριξη του πληθυσμού και της πλειοψηφίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Θέλει να παίξει τον ρόλο του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Θα είναι τραγικό να χαθεί αυτό το σημαντικό και μοναδικό "χαρτί" επειδή δεν θα χρησιμοποιηθεί. Οι ΗΠΑ πρέπει να επανεξετάσουν την πολιτική τους. Αν δηλώσουν τώρα δημόσια ότι δεν στηρίζουν το καθεστώς, ο Παπαδόπουλος είναι σε τόσο αδύναμη κατάσταση, που είναι βέβαιη η απομάκρυνσή του από την ηγεσία. Στην περίοδο αμέσως μετά θα μπορούσε να μπει στο παιχνίδι η "λύση Καραμανλή"».

Ο Ντέιβις απάντησε ότι «οι ΗΠΑ δεν επεμβαίνουν στα εσωτερικά της Ελλάδας». Και σημείωσε: «Οι ΗΠΑ εκτιμούν πολύ τον Καραμανλή, αλλά δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι θα στηρίξουν ένα άτομο ως τη λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Η επιλογή πρέπει να γίνει από τους Ελληνες».

Ο Μητσοτάκης δεν δέχθηκε το επιχείρημα και σχολίασε: «Η αδιαφορία σας στη λύση Καραμανλή θα αδυνατίσει τις πιθανότητες να γίνει δεκτή από το καθεστώς και θα αφήσει το πεδίο ανοικτό σε εξτρεμιστές, αριστερούς ή δεξιούς, οι οποίοι κάποια στιγμή θα ανεβούν στην εξουσία. [...] Ο παλαιός πολιτικός κόσμος είναι "νεκρός". Υπάρχει μόνο μία μικρή ομάδα πραγματιστών γύρω από τους οποίους μπορεί να κτιστεί το μέλλον. Αν το καθεστώς μείνει και άλλο στην εξουσία, θα εξαφανιστεί και αυτή η μικρή ομάδα και θα δημιουργηθεί μια ανεξέλεγκτη πολιτική δυναμική. Οι συνέπειες για τις ΗΠΑ και το NATO είναι προφανείς. Οι ΗΠΑ ξεχνούν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτικών πιστεύουν στις στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ και το NATO. Αν αυτοί οι άνθρωποι δεν βοηθήσουν να φτιαχτεί η επόμενη γενιά πολιτικών, οι επόμενοι θα θυμούνται την αμερικανική στήριξη στη χούντα και θα ξεχάσουν την αμερικανική στήριξη στη δημοκρατία στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο».

...αλλά οι Αμερικανοί πόνταραν στον Ιωαννίδη

Ο Τάσκα μετέδιδε και αυτός μια εικόνα αποδόμησης του Παπαδόπουλου. Ακόμα και το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδος βρισκόταν σε διάλυση και αποσύνθεση υπό τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ο οποίος τελούσε υπό παραίτηση, προκαλούσε πονοκέφαλους στον Παπαδόπουλο. Τα συσσωρευμένα προβλήματα επηρέαζαν και τον Στρατό.

Ο Αμερικανός πρεσβευτής έγραφε: «Ο αρχηγός της ΕΣΑ Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος συχνά υιοθετεί πιο σκληρές θέσεις, έχει ενισχυμένο ρόλο στον χειρισμό των κυβερνητικών υποθέσεων εκμεταλλευόμενος τα παράπονα των αξιωματικών. Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε το αν υπάρχουν και τι ισχύ έχουν οι αντιπολιτευόμενες συνωμοτικές ομάδες στον Στρατό, οι οποίες θα ήθελαν να εκμεταλλευθούν την ευκαιρία και να στραφούν εναντίον του πρωθυπουργού». Ο Τάσκα πίστευε ότι ο Παπαδόπουλος ήταν ακόμη ικανός να εξουδετερώσει τέτοιες ομάδες, αλλά σημείωνε: «Οιαδήποτε νέα ομάδα θα πρέπει να λάβει υπόψη της τις θέσεις των πιο χαμηλόβαθμων επαναστατών αξιωματικών οι οποίοι ελέγχουν τις μονάδες-κλειδιά στην Αττική και μοιάζουν να είναι αφοσιωμένοι στον Ιωαννίδη».

Οι αμερικανικές υπηρεσίες γνώριζαν καλά τι γινόταν στον Στρατό και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ιωαννίδη. Η αντίδραση την άνοιξη του 1973 ήρθε όμως από αλλού, όταν ξέσπασε το κίνημα του Ναυτικού τον Μάιο. Αυτή η εξέλιξη εξέπληξε τους πάντες και ήταν η πρώτη φορά που στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων κινήθηκαν δυναμικά εναντίον του καθεστώτος. Οι Αμερικανοί έβλεπαν την κλεψύδρα να αδειάζει για τον Παπαδόπουλο. Στην ανάλυση για τον αντίκτυπο του κινήματος του Ναυτικού ο Τάσκα έγραφε: «Ο πανίσχυρος και υποεκτιμημένος Δημήτριος Ιωαννίδης έχει πει, σύμφωνα με πολύ αξιόπιστες πληροφορίες, ότι όταν έλθει η στιγμή της αλλαγής ο Παπαδόπουλος θα πρέπει να φύγει. [...] Πιστεύω ότι τώρα ο Ιωαννίδης θα εξετάσει πολύ καθαρά το αν έχει φθάσει αυτή η στιγμή».

Η αναφορά απέκλειε όλα τα ενδεχόμενα επαναφοράς των παλαιών πολιτικών ή της μοναρχίας. Σημείωνε ότι ο Παπαδόπουλος προσπάθησε να εμπλέξει τον Καραμανλή στο κίνημα του Ναυτικού προκειμένου να αποκλείσει την επιστροφή του στην πολιτική σκηνή, μια και «τον φοβάται περισσότερο από κάθε άλλο αντίπαλό του λόγω των μεγάλων ικανοτήτων του, της αυξημένης δημοτικότητάς του και της σχετικής του αξιοπιστίας μέσα στις Ενοπλες Δυνάμεις». Ο πρέσβης συμπλήρωνε πως «ο Μαρκεζίνης είναι ίσως το αουτσάιντερ, ξέρουμε ότι συναντιέται με τον Παττακό. [...] Πιθανό είναι ακόμα να ανακοινώσει ένα δημοψήφισμα για τη μοναρχία».

Η πρεσβεία έπεσε μέσα, σε πρώτη φάση, σε μία από τις προβλέψεις της. Την 1η Ιουνίου ο Παπαδόπουλος ανακοίνωσε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να αποφασιστεί το μέλλον του θεσμού της μοναρχίας στην Ελλάδα. Ο Τάσκα προσπάθησε να αποδώσει τις ανακοινώσεις εν μέρει στις δικές του πιέσεις. Το Τμήμα Αναλύσεων και Πληροφοριών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ συνέταξε την ίδια ημέρα που ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα μια έκθεση με τον γλαφυρό τίτλο «Παπαδόπουλος: μεγαλοφυής κίνηση ή κίνηση απελπισίας;». Οι αναλυτές έγραφαν πως ο δικτάτορας σοκαρίστηκε από το κίνημα του Ναυτικού και ειδικότερα από τη μεγάλη συμμετοχή των αξιωματικών. Γι' αυτό αναγκάστηκε να κάνει μια θεαματική κίνηση. Προέβλεπαν όμως ότι με την ανακοίνωσή του «ενδεχομένως να βάλει σε κίνηση δυνάμεις αλλαγής που θα τον ξεπεράσουν».

Κίσινγκερ: «Οσο οι Ελληνες διαδηλώνουν, η Ελλάδα δεν μπορεί να πάει σε πόλεμο»

Οι Αμερικανοί, πάντως, συνειδητοποίησαν με μεγάλη καθυστέρηση ότι είχαν «σνομπάρει» τον νέο Ελληνα πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια της χούντας. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Αρθουρ Χάρτμαν ετοίμασε ένα σημείωμα στο οποίο ανέφερε πως η νέα κυβέρνηση, η οποία ανέλαβε μετά την πτώση της χούντας που προκλήθηκε υπό το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, «αποτελεί την καλύτερη ελπίδα για μια γρήγορη επίλυση του Κυπριακού». Παράλληλα, όμως, υπενθύμιζε ότι ο Καραμανλής «ένιωθε προσωπικά προσβεβλημένος επειδή δεν κρατούσαμε συχνή επαφή μαζί του στο Παρίσι. Συνεπώς θα πρέπει αρχικά να κτίσουμε κάποιες γέφυρες με τη νέα ηγεσία». Ακολούθησε μια σύσκεψη για να αναλυθούν τα νέα δεδομένα. Ο υφυπουργός Τζόσεφ Σίσκο, που εθεωρείτο πλέον ο ειδικός για τα ελληνικά ζητήματα, προέβλεψε ότι ο στρατηγός Μπονάνος θα στήριζε τον Καραμανλή, καθώς είχε αποδείξει ότι δεν ήταν ακραίος αξιωματικός σαν τον Ιωαννίδη.

Ο Κίσινγκερ έβλεπε όμως ότι η σχέση με την Ελλάδα θα γινόταν πιο δύσκολη: «Ο Καραμανλής θα πρέπει να κυβερνήσει δημοκρατικά, πράγμα που σημαίνει ότι θα απελευθερωθεί εντελώς η Αριστερά στην Ελλάδα». Ο Σίσκο υποστήριξε ότι ο Καραμανλής θα έχει μεγάλη πολιτική στήριξη και πως «οι πιθανότητες να φέρει η Αριστερά έναν άνθρωπο σαν τον Παπανδρέου στην εξουσία είναι μικρές».

«Η πρόβλεψή μου», απάντησε ο υπουργός Εξωτερικών, «είναι ότι ο Καραμανλής θα νομιμοποιήσει την Αριστερά. Ο Ελληνικός Στρατός έχει χάσει το ηθικό του. Μέσα σε έναν χρόνο θα δημιουργηθεί ένα πολύ ενεργό αριστερό κίνημα σε συνδυασμό με άλλες κινήσεις στην Ελλάδα».

Ο Κίσινγκερ προσπάθησε να δικαιολογήσει την πολιτική του: «Αν μια ελαφρώς κεντροδεξιά κυβέρνηση επικρατήσει στην Ελλάδα, θα είμαστε καλά. Επίσης, αν μια κεντροαριστερή κυβέρνηση έλθει στην εξουσία, θα πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν μπορούσαμε να είχαμε ελέγξει ή επηρεάσει. Αν είχαμε ανατρέψει την κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα, θα είχαμε σοβαρά προβλήματα. Δεν υπήρχε κανένα χαλινάρι για την Τουρκία. Οι Ελληνες θα μας έριχναν την ευθύνη. Η κυβέρνηση αυτή έπεσε λόγω της ανικανότητάς της. Αν η Ελλάδα πάει αριστερά, θα είναι επειδή αυτή η συμμορία κατέστρεψε την πολιτική διαδικασία στην Ελλάδα».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον Μακάριο, με τον οποίο είχε λίγο πριν μια ωμή συνομιλία:

«Ο Μακάριος παίζει σκληρό παιχνίδι. Με ρώτησε αν θέλουμε να φύγει από το μπλοκ των Αδεσμεύτων. Του είπα ότι δεν είμαι σε θέση να εκφραστώ για τη διεθνή στάση της Κύπρου. [...] Η άποψή μου είναι πως αν υπάρξει αδιέξοδο (για το ποιος θα αναλάμβανε την Προεδρία στην Κύπρο) μπορούμε να στηρίξουμε τον Κληρίδη. Αν δεν υπάρξει, μπορούμε επίσης να στηρίξουμε τον Μακάριο. Είπα του Μακάριου να μην πάει στους Ρώσους. Αυτό που πρέπει να βάλει στο μυαλό του είναι ότι σε μια κρίση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς εμάς».

Ο Κίσινγκερ έκανε πάλι ένα πολύ κακό σχόλιο για τον Τάσκα και την πρεσβεία της Αθήνας. Τον εξόργιζε το γεγονός ότι ο πρέσβης και οι συνεργάτες του συνέχιζαν να επικοινωνούν με διάφορους Αμερικανούς αξιωματούχους, ακόμα και στον Λευκό Οίκο, ζητώντας την επέμβαση των ΗΠΑ γιατί αλλιώς η Ελλάδα θα προχωρούσε σε πόλεμο με την Τουρκία. «Δεν έχω ξαναδεί τέτοια ανικανότητα. Αν έχεις τους Ελληνες να διαδηλώνουν στους δρόμους, αυτό σημαίνει ότι ο Στρατός τέλειωσε. Υπό αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα δεν μπορεί να πάει σε πόλεμο». Ο Κίσινγκερ καταλάβαινε ότι οι στρατιωτικοί είχαν χάσει εντελώς τον έλεγχο της κατάστασης και επίσης θεωρούσε ότι είχε αποτρέψει, προς το παρόν, τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Οσο για τον Τάσκα, πίστευε ότι ήταν απλώς τρομοκρατημένος από τις πιέσεις που δεχόταν στην Αθήνα. Ο Κίσινγκερ εξαγριώθηκε με τον πρεσβευτή του και του έστειλε ένα τηλεγράφημα: «Αν και καταλαβαίνω ότι οι Ελληνες αντιδρούν υπερβολικά συναισθηματικά στην παρούσα κατάσταση, πρέπει να βασιστούμε σε εσάς για να κάνετε ό,τι είναι δυνατόν για να τους κρατήσετε ήσυχους. [...] Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συγκρατήσουμε τους Τούρκους και ανάλογη προσπάθεια πρέπει να γίνει με τους Ελληνες».

Ο Αμερικανός υπουργός τηλεφώνησε κάποια στιγμή στον Σίσκο, ο οποίος είχε υποστεί αφόρητη πίεση και ειρωνείες όλο το προηγούμενο διάστημα. Τώρα ήταν η ώρα των επαίνων από τον προϊστάμενό του γιατί είχε πετύχει τον στόχο, να συγκρατήσει την Ελλάδα από μια σύρραξη με την Τουρκία: «Εκανες καταπληκτική δουλειά. [...] Εσύ και εγώ κάνουμε μια καλή ομάδα. Ξέρεις ότι η τελική λύση ήταν δική σου ιδέα. Θέλω να το ξέρεις αυτό». «Χαίρομαι που είσαι τόσο ευχαριστημένος», απάντησε ο Σίσκο.

Τα 50.000 δολάρια μιας παρ' ολίγον συνέντευξης

Στον πρόλογο του βιβλίου του ο Αλ. Παπαχελάς αναφέρεται στη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε για να πάρει συνέντευξη από τον Κίσινγκερ, ώστε να καταγράψει και τη δική του εκδοχή των κρίσιμων γεγονότων της ταραγμένης εκείνης περιόδου. «Την πρώτη φορά αρνήθηκε. Τη δεύτερη συμφώνησε, αλλά ζήτησε 50.000 δολάρια. Ο τότε διευθύνων σύμβουλος του MEGA, Αντώνης Θεοχάρης, μου έδωσε το οκέι(...). Εγραψα ένα γράμμα προσφέροντας τα χρήματα, αλλά προφανώς επρόκειτο περί μπλόφας, θεωρούσε ότι δεν θα τα έδινα ποτέ και αρνήθηκε και πάλι». Ο Ελληνας δημοσιογράφος περιγράφει τρεις συναντήσεις που είχε σε διαφορετικές περιόδους με τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, αλλά σε καμία από αυτές δεν κατάφερε να τον πείσει να του μιλήσει. «Εσείς οι Ελληνες δεν έχετε αναγνωρίσει κανένα λάθος τα τελευταία 2.000 χρόνια και έχετε βρει εμένα ως αποδιοπομπαίο τράγο για όσα έγιναν στην Κύπρο», του είπε σε έξαλλη κατάσταση όταν σε ένα δείπνο που παρακάθισαν στην Ουάσινγκτον προσπάθησε να τον κάνει να μιλήσει.

Αργότερα, σε μια συνάντηση που είχαν και πάλι στην αμερικανική πρωτεύουσα το καλοκαίρι του 2004, ο Κίσινγκερ ζήτησε τη γνώμη του δημοσιογράφου, αν θα ήταν ασφαλές να ταξιδέψει στην Ελλάδα ο... αδελφός του χωρίς να γίνει στόχος τρομοκρατών. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι η Ελλάδα είναι εξαιρετικά ασφαλής χώρα, αλλά όταν ρωτήθηκε αν ο αδελφός του τού μοιάζει, ο «μάγος της διπλωματίας» απάντησε καταφατικά. «Δεν το αφήνετε καλύτερα», του είπε τότε ο δημοσιογράφος. Για να κλείσει τη συζήτηση ο Χ. Κίσινγκερ (ο οποίος, όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα, ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος που ήθελε να έρθει στην Ελλάδα) λέγοντας: «Ισως να έχετε δίκιο, θα του πω να μην έλθει»!

(από δημοσίευμα στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ του Γρηγ. Τζαβάρα)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline