Στο top 10 της περίφημης αυτής λίστας βρίσκονται πέντε berries, καρποί δηλαδή τους οποίους στα ελληνικά ονομάζουμε «φρούτα του δάσους» ή «άγρια μούρα», πιο συγκεκριμένα τα άγρια και καλλιεργημένα μύρτιλα (διεθνώς γνωστά ως blueberries), τα βατόμουρα, τα σμέουρα (ή raspberries) και τα κράνμπερις (παραμένουν αμετάφραστα). Τα τελευταία δεν έχουν καμία σχέση με τα κράνα των ελληνικών βουνών, πέραν του ότι αμφότερα είναι στυφόξινα, το αναφέρω επειδή έχω διαπιστώσει πλειστάκις να γίνεται η σχετική παρανόηση. Τα κράνμπερις που συναντάμε στο εμπόριο προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από ένα βορειοαμερικανικό, χαμηλό σε ύψος και έρπον είδος (Vaccinium macrocarpon), το οποίο ευδοκιμεί σε βαλτώδεις περιοχές, απαιτεί όξινα εδάφη και αποστρέφεται τις μεγάλες ζέστες. Αντιλαμβάνεστε έτσι πως η καλλιέργειά του στη χώρα μας είναι δυσχερέστατη έως αδύνατη.
Στις ΗΠΑ και στον Καναδά πάντως καταλαμβάνει μεγάλες περιοχές που αρδεύονται με κατάκλυση, όχι μόνο γιατί δεν αντέχει καθόλου στην ξηρασία, αλλά και επειδή η συγκομιδή του γίνεται με έναν μοναδικό τρόπο: στις αρχές του φθινοπώρου, όταν δηλαδή οι κόκκινοι καρποί του ωριμάζουν, διοχετεύονται τεράστιες ποσότητες νερού στα χωράφια όπου καλλιεργείται, με σκοπό να πλημμυρίσουν.
Ύστερα εισέρχονται ειδικά μηχανήματα που σείουν τα φυτά για να απελευθερωθούν οι καρποί, οι οποίοι επιπλέουν, λόγω των κοιλοτήτων αέρα που υπάρχουν στο εσωτερικό τους. Τα κράνμπερις γρήγορα μεταφέρονται με αντλίες σε φορτηγά και ύστερα στις μονάδες επεξεργασίας τους. Το μεγαλύτερο μέρος τους χυμοποιείται, το υπόλοιπο αποξηραίνεται, ενώ μόνο ένα μικρό ποσοστό της παραγόμενης ποσότητας (πάνω από εξακόσια εκατομμύρια κιλά ετησίως!), το οποίο όμως συνήθως συλλέγεται με διαφορετικό τρόπο, καταλήγει ως νωπό στα ράφια της μαναβικής.
Υπάρχει φυσικά και άλλος, πέρα από το ωραίο χρώμα και τη σπινθηροβόλα γεύση, λόγος που ο χυμός του κράνμπερι είναι περιζήτητος σε ολόκληρο τον κόσμο: επιστημονικώς τεκμηριώνεται η δράση του ενάντια στις υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις. Χάρη σε ορισμένες ουσίες που περιέχει, εμποδίζει τα παθογόνα βακτήρια να προσκολληθούν στα τοιχώματα του ουροποιητικού. Προσοχή όμως: η ζάχαρη που κατά κανόνα περιέχουν οι χυμοί κράνμπερι του εμπορίου επιδεινώνει το πρόβλημα, επιλέγουμε απαραιτήτως λοιπόν προϊόντα στα οποία αναγράφεται ότι δεν έγινε προσθήκη της.
Το μεγαλύτερο μέρος τους χυμοποιείται, το υπόλοιπο αποξηραίνεται, ενώ μόνο ένα μικρό ποσοστό της παραγόμενης ποσότητας καταλήγει ως νωπό στα ράφια της μαναβικής.
Όσον αφορά τα αποξηραμένα κράνμπερις, τα οποία προσωπικώς απολαμβάνω τακτικά, ισόποσα ανακατεμένα με μαύρη σταφίδα και πασπαλισμένα με σκόνη πιπερόριζας, διαθέτουν σε αναλλοίωτο βαθμό τις ισχυρές αντιγηραντικές ιδιότητες του νωπού καρπού. Ας μην παραμυθιαζόμαστε όμως. Όσα αντιοξειδωτικά και αν προσλαμβάνουμε καθημερινώς, δεν θα βοηθήσουν, αν μένουμε αενάως πιστοί στις εδραιωμένες νεοελληνικές συνήθειες της κακής διατροφής και του καπνίσματος. Α ναι, και του ποτού. Υπάρχουν αναμφίβολα τρόφιμα, σε αυτά υπάγονται και τα κράνμπερις, που βοηθούν στη θωράκιση ή στην αποκατάσταση της υγείας, λειτουργούν όμως μόνο αν πρώτα εξοβελίσουμε όσα την προσβάλλουν.