Σάββατο 30 Μαϊου 2020  10:56:30

Γιάννης Πανούσης: Έθνη-Κράτη και Κοινωνίες σήμερα.

Η μετανάστευση, ανάμεσα στα άλλα, θέτει ένα νέο κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή την αδυναμία της προσαρμογής των παλαιών μεθόδων στη διαχείριση ενός φαινομένου, αυτού που ονομάζουμε «μαζικότητα», «πολυπολιτισμικότητα», «διαφορετικότητα», «εμείς και οι άλλοι».

Άρα, από τη μια μεριά έχουμε μια μορφή κινδυνολογίας, που άλλοτε βασίζεται και άλλοτε δεν βασίζεται σε δεδομένα. Υπήρχε μια περίοδος στο τέλος του 1990 που πραγματικά υπήρχε μια αύξηση της εγκληματικότητας ή αυτά που βλέπαμε στα γαλλικά προάστια. Αυτή η επικινδυνότητα και αυτή η κινδυνολογία δημιούργησε τους δικούς της μύθους. Και θα επανέλθω σε αυτό.

Από την άλλη, το λεγόμενο ενιαίο και συνεκτικό της ελληνικής κοινωνίας. Αναρωτιέμαι, όμως, αν μπορείς να φτιάξεις μια εσωτερική ομοιογένεια σήμερα. Και πάλι αναρωτιέμαι: Ποια εσωτερική ασφάλεια εξυπηρετούν οι πνιγμένοι στο Φαρμακονήσι, στη Λέσβο;
Ένα τρίτο ζήτημα, που πλέον δεν συζητάμε -έχοντας εγώ προσωπικά ζήσει δεκαεννιά χρόνια στη Θράκη- είναι το δημογραφικό πρόβλημα. Και αυτό πρέπει να τεθεί κάποια στιγμή.

Άρα, λοιπόν, υπάρχουν ζητήματα ανοικτά που προηγούνται της κατάθεσης ενός νόμου.
Αυτό το λεγόμενο «Δίκαιο των Αλλοδαπών» είναι τελικά ένα δίκαιο εξαίρεσης ή είναι ένα δίκαιο συμπερίληψης; Θα δανειστώ ένα κομμάτι από τον Χάμπερ σχετικά με την κοινωνία της συμπερίληψης. Λέει ότι συμπερίληψη σημαίνει πως η πολιτική κοινότητα παραμένει ανοικτή για να συμπεριλάβει πολίτες κάθε προέλευσης χωρίς να περικλείει αυτούς «τους άλλους» στην ομοιομορφία μιας ομοιογενούς κοινότητας ενός συγκεκριμένου λαού.

Έτσι, η δημοκρατική διαδικασία εγγυάται τη νομιμότητα. Μπορεί, όπου είναι αναγκαίο, να καλύψει τα κενά της κοινωνικής ένταξης και της ενοποίησης με μια πολιτική διαφορετική σε σχέση με τη σύνθεση του πολιτισμού, με μια πολιτική κουλτούρα. Άρα, αυτό το δίκαιο του άλλου εμπεριέχει στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες την ανάγκη μιας πολιτικής αναγνώρισης της ετερότητας και διασφάλισης της ενότητας όλων των υποκειμένων δικαίου, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε.
Αυτά δεν είναι δικές μας ιστορίες. Ήρθαν από αλλού.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι έχουμε μια Ευρώπη, όπου εκ των πραγμάτων υπάρχει εξασθένηση της έννοιας της κυριαρχίας του κράτους-έθνους. Εκ των πραγμάτων, είτε υπάρχει μετανάστευση είτε δεν υπάρχει, υπάρχουν οι συγκρούσεις των υπερεθνικών οντοτήτων.

Τα νέα κράτη, που δεν είναι κράτη-έθνη, είναι πλέον πλουραλισμοί γλωσσικοί, εθνοτικοί, φυλετικοί, έχουν ως αποτέλεσμα να διαφοροποιείται και η έννοια του λαού. Και αυτό θέλει συζήτηση. Τι εννοούμε λαό στη σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία; Μπορούμε όλα αυτά να τα αντιμετωπίσουμε αποτρεπτικά, επιλεκτικά, με όρους δημόσιας τάξης; Μπορούμε να πάμε σε μια λειτουργική ενοποίηση των κοινωνικών συνθηκών; Μπορούμε με την πολιτική να αντιμετωπίσουμε την κοινωνική διάσπαση;

Έχουμε, λοιπόν, μια ανακατανομή του βάρους και μία ανακατανομή του κοινού έννομου αγαθού. Αυτό η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της δεν το έχει χωνέψει και γι' αυτό απαντάμε με νομοθετήματα, τα οποία βεβαίως και πρέπει να γίνουν, γιατί έχουμε διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, αλλά δεν θα λύσουμε το πρόβλημα έτσι.

Η κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα του ξένου έχει νοηματοδοτηθεί αρνητικά. Η ταυτότητα αυτή, η ετερότητα, η εγκυρότητα, όλες αυτές οι έννοιες έχουν δημιουργήσει προβλήματα, αν μη τι άλλο, επικοινωνιακά. Αυτοί οι άνθρωποι, έτσι και αλλιώς, είναι άνθρωποι σε κατάσταση ανάγκης, είναι άνθρωποι που στην αρχή, για να επιβιώσουν, μένουν απομονωμένοι. Το ερώτημα είναι: Μια ευνομούμενη πολιτεία πόσο καιρό μπορεί να τους αφήσει απομονωμένους και τι εννοούμε, όταν λέμε προσαρμογή;

Κατά τη γνώμη μας, εννοούμε κοινή προσαρμογή. Δηλαδή, αυτοί θα προσαρμοστούν σε εμάς, αλλά και εμείς θα προσαρμοστούμε στο δικό τους πολιτισμό και στις δικές τους κοινωνικές αντιλήψεις. Παραδείγματος χάρη, εγώ δεν έχω καταλάβει τι κάνουν το ΕΣΡ, η ΕΣΗΕΑ ή τα πανεπιστημιακά ιδρύματα στο να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε καλύτερους όρους κοινωνικής ένταξης.

Έχουμε μια φοβική πολιτική, που σε τελική ανάλυση είναι μια κρίση του ίδιου του διαφωτισμού. Δεν πιστεύω ότι η χώρα μου είναι ρατσιστική. Είναι ξενοφοβική, φοβάται καθετί ξένο. Φοβάται, όχι τον ξένο, αλλά φοβάται κάτι καινούριο, καθετί που δεν μπορεί να το χειριστεί. Αυτό οφείλεται ακριβώς γιατί δεν περάσαμε από το διαφωτισμό.

Το ζήτημα είναι ότι η μεταναστευτική πολιτική ένταξης και η νομοθεσία έχουν επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά κυρίως τον πολιτικό λόγο, τους νόμους του κράτους, ακόμη και τη δικαιοσύνη. Εάν διαβάσει κανείς έρευνες, θα δει ότι ακόμα και η δικαιοσύνη δεν είναι πάντα φυλετικά ουδέτερη και άχρωμη. Δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουμε αναπτύξει μια φυλετικοποίηση της μετανάστευσης, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε στους ξένους αστικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Γι' αυτό τους αφήνουμε για πολύ καιρό σε μια νομική κατάσταση μετέωρη, εντός και εκτός.

Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι έχουμε επτά εκατομμύρια Έλληνες στο εξωτερικό και αρνούμενοι στους άλλους το δικαίωμα να υπάρχουν, στην ουσία αποδεχόμαστε και τον κίνδυνο κάποιοι άλλοι να μην θέλουν να υπάρχουμε ούτε εμείς. Σκεφθείτε η ίδια πολιτική να ασκηθεί στην Αυστραλία ή στη Γερμανία ή στην Αμερική. Δεν μπορεί η ταυτότητά τους να συγκροτηθεί με τις απαρνήσεις του παρελθόντος, ούτε η δική μας. Οι Έλληνες που ήταν στο εξωτερικό δεν αρνήθηκαν το παρελθόν τους. Άρα, το τότε, το τώρα και το αύριο δομούν από κοινού την πολιτισμική ταυτότητα του οποιουδήποτε.

Έχω αρκετές επιφυλάξεις για την απορροφητική δύναμη της ανοιχτής ελληνικής κοινωνίας ως τόπου υποδοχής των μεταναστών. Δεν ξέρω εάν φταίει το ότι δεν έχουμε σταθερή μεταναστευτική πολιτική ή ότι έχουμε ταυτίσει την ένταξη με την αφομοίωση ή ότι έχουμε φοβηθεί την πολυπολιτισμικότητα, αλλά η αναγνώριση του δικαιώματος στην πολιτισμική ετερότητα και στη διαφορά είναι πλέον ένα ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Δημιουργούμε συγχύσεις στις ταυτότητες των Ελλήνων και των μεταναστών. Λέμε ότι ακόμα και οι ομογενείς δεν είναι τόσο Έλληνες, ότι οι μετανάστες δεν είναι ούτε Έλληνες ούτε ξένοι. Έτσι, λοιπόν, η ελληνική κοινωνία δεν συμβάλλει -και όχι μόνο η πολιτεία- στο να μπορέσουμε να πάρουμε τι; Θετικά μέτρα, θετικές διακρίσεις για την ένταξη. Χρειαζόμαστε θετικές διακρίσεις και όχι γραφειοκρατικές διαχειρίσεις.
Έχω πει πολλές φορές ότι η Βουλή θα έπρεπε να κάνει μια μόνιμη Επιτροπή κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων. Νομίζω ότι είναι κρίσιμο αυτό, γιατί ο Συνήγορος του Πολίτη είναι μεν ένα θετικό στοιχείο, αλλά δεν αφορά μεγάλες πολιτικές αποφάσεις.

...Άρα, λοιπόν, η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα δεν μπορούν να κινηθούν μέσα σε ένα κλίμα ομογενοποίησης, ή θα γίνεται όμοιοι με εμάς ή αλλιώς δεν θα ενταχθείτε. Εκεί πρέπει να γίνει δουλειά. Και, βέβαια, όχι δυσμενείς διακρίσεις. Θετικές υποχρεώσεις για διαφορετική ρύθμιση διαφορετικών καταστάσεων. Αυτή είναι η ουσιαστική ισότητα.

Ένα τελευταίο ζήτημα που πρέπει να δούμε, είναι ότι ζούμε πια σε μια γενικότερη συνταγματική αρχή του κοσμοπολιτισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Φύγαμε πλέον από τα δικαιώματα μιας κλειστής κοινωνίας-κοντέινερ -έχει το Σύνταγμά της- και πάμε σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που είναι κοσμοπολίτικα, όχι με την κοινωνική έννοια, αλλά με την έννοια ότι ανήκουν πια ή επηρεάζονται από τον κόσμο και από το τι συμβαίνει στον κόσμο.

(Ο καθηγητής Εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης είναι βουλευτής Αθηνών της ΔΗΜΑΡ)

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Σχετικά Άρθρα

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline