Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019  21:17:41

Ηλίας Ηλιόπουλος*: Τι μπορεί να μάθει η Ελλάς από την Ταϊβάν;

Οι οικονομικές συναλλαγές με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (People's Republic of China) μοιάζουν, πλέον, να αποτελούν την πεπατημένη για κάθε χώρα αναζητούσα ευκαιρίες ανόδου του δείκτη αναπτύξεως της οικονομίας της – ή, απλώς, οικονομικές «ενέσεις».


Καθώς η Λ.Δ. της Κίνας φαίνεται να αναδεικνύεται σε μείζονα πόλον ισχύος του διεθνούς συστήματος, τόσον από οικονομικής όσον και από στρατιωτικής επόψεως, ουκ ολίγες χώρες, μεγαλύτερες και μικρότερες, επιχειρούν να αντλήσουν οικονομικά οφέλη από μία συνεργασία μαζί της – στον εμπορικό, κατασκευαστικό, ναυτιλιακό, χρηματοπιστωτικό ή τουριστικό τομέα – αποφεύγοντας, συγχρόνως, τους ελλοχεύοντες γεωπολιτικούς κινδύνους.

Όσον αφορά τις σχέσεις της Ελλάδος με την Λ.Δ. της Κίνας, αυτές δεν εγκαινιάσθηκαν τα τελευταία έτη. Η διπλωματική αναγνώρισις της κομμουνιστικής Κίνας εκ μέρους της Ελλάδος και η επίσημος έναρξις των διπλωματικών αλλά και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών έλαβε χώραν εν έτει 1972, επί Κυβερνήσεως Γεωργίου Παπαδοπούλου. Η ουσιαστική επανεκκίνησις των διμερών σχέσεων ήλθε, ως γνωστόν, προ δεκαετίας, επί Κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή του νεωτέρου. Συνεδέθη δε με την «άφιξη» της COSCO International Shipping εν Πειραιεί. Οι πρόσφατες επισκέψεις του Πρωθυπουργού της Ελλάδος κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στο Πεκίνον και του Προέδρου της Λ.Δ. της Κίνας κ. Xi Jinping εν Αθήναις σήμαναν την (θεαματική ου μην αλλά και κρίσιμη) ενίσχυση των οικονομικών δεσμών των δύο χωρών.

Πλην όμως, η σχέσις μιας χώρας του Δυτικού Κόσμου με την Λ.Δ. της Κίνας παραμένει πάντοτε εξίσωσις για δυνατούς λύτες. Προϋποθέτει statesmen, διπλωμάτες και εν γένει κρατικούς ιθύνοντες ικανούς στην τέχνη της εξισορροπήσεως: πώς, επί παραδείγματι, να καλωσορίζουν απ' ευθείας σινικές επενδύσεις (Foreign Direct Investments), προστατεύοντας εκ παραλλήλου ζωτικούς ή και κρισίμους για την εθνική ασφάλεια τομείς της εθνικής οικονομίας των χωρών τους. Ή πώς να συνάπτουν εμπορικές και άλλες οικονομικές συμφωνίες με την ηπειρωτική Κίνα και τις (κρατικές ή ημικρατικές) εταιρείες της, χωρίς οι χώρες τους να καθίστανται ευάλωτες εις πολιτικής φύσεως πιέσεις ή και εκβιασμούς του Πεκίνου.

Υπάρχει μία χώρα της υδρογείου, η ιθύνουσα πολιτικο-γραφειοκρατική ελίτ της οποίας έχει αποδειχθεί εξόχως εξησκημένη στην ως άνω στρατηγική εξισορροπήσεως: η Δημοκρατία της Κίνας (Republic of China), ευρέως γνωστή ως Taiwan. Εξ αιτίας της όντως μοναδικής θέσεώς της ως Νησιωτικού Κράτους (island/insularic state), Μικράς Δυνάμεως (Small Power) και Δημοκρατίας – την οποίαν η ηπειρωτική Κίνα θεωρεί ως αποσχισθείσα επαρχία της – η Ταϊβάν έχει ασκηθεί στην στρατηγική ισορροπιών επί δεκαετίες.

Στο πλαίσιον της πολιτικής προσεγγίσεως με την Λ.Δ. της Κίνας κατά την οκταετή διάρκεια της θητείας του (2008 – 2016), ο προηγούμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κίνας (Republic of China/Taiwan), κ. Ma Ying-jeou συνήψε έναν εντυπωσιακό αριθμό (23) διμερών συμφωνιών «μη πολιτικής» φύσεως, κυριώτερη των οποίων υπήρξε η «Συμφωνία-Πλαίσιον Οικονομικής Συνεργασίας ένθεν κακείθεν των Στενών [της Ταϊβάν]» (Cross-Straits Economic Cooperation Framework Agreement). Την ως άνω περίοδο εσημειώθη θεαματική αύξησις των διμερών εμπορικών συναλλαγών, των τουριστικών ανταλλαγών και των εν γένει σχέσεων εις τα λεγόμενα πεδία χαμηλής ή ηπίας πολιτικής (soft policy areas).

Έτσι, το 2015 η ηπειρωτική Κίνα έφθασε να απορροφά περί το 40% των εμπορικών εξαγωγών της Ταϊβάν, ενώ περισσότεροι των 3.500.000 τουριστών από την ηπειρωτική Κίνα επεσκέφθησαν την Ταϊβάν. Επρόκειτο περί πρωτοφανούς πολιτικής, την οποίαν ακολούθησε μάλιστα ένας πολιτικός άνδρας του ιστορικού Εθνικιστικού Κόμματος «Kuomintang» (ήτοι της παρατάξεως του Στρατάρχου Chiang Kai-shek, που έσωσε την Ταϊβάν από την Μαοϊκή-κομμουνιστική λαίλαπα το 1949).

Η άλλη όψις του νομίσματος ήτο, εν τούτοις, ότι η προϊούσα οικονομική εξάρτησις της νησιωτικής χώρας εκ της ηπειρωτικής Κίνας (mainland China) έτεινε να καταστήσει την Taiwan ευάλωτη έναντι πολιτικών πιέσεων του Πεκίνου. Ευθύς μετά την εκλογή της κυρίας Tsai Ing-wen, ηγέτιδος του «Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος» (DPP) ως 14ης Προέδρου της Δημοκρατίας της Κίνας (16/1/2016), η κρατική-κομματική γραφειοκρατική ελίτ του Πεκίνου προέβη στον δραστικό περιορισμό του αριθμού τουριστών εξ ηπειρωτικής Κίνας προς Ταϊβάν. Συγχρόνως, ο όγκος εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών εμειώθη, αίφνης, κατά 4,5%. Επρόκειτο περί ωμού εκβιασμού (blackmail) εκ μέρους της Λ.Δ. της Κίνας εις βάρος της Δημοκρατίας της Κίνας αποσκοπούντος στον εκφοβισμό της νεοεκλεγείσης Προέδρου κυρίας Tsai Ing-wen και στην συνεπακόλουθη καταναγκαστική συμμόρφωσή της προς την μέχρι τότε ακολουθουμένη πολιτική προϊούσης εξαρτήσεως της Ταϊβάν εκ της ηπειρωτικής Κίνας. Μία πολιτική, όμως, η οποία, εφ' όσον συνεχίζετο, θα οδηγούσε στην άλωση της νησιωτικής χώρας υπό του ηπειρωτικού «Μεγάλου Αδελφού».

Προς τιμήν της, η Πρόεδρος Tsai Ing-wen διέγνωσε την (θανάσιμη) Απειλή κατά του κοινωνικού και πολιτικού κεκτημένου της Ταϊβάν, του τρόπου βίου και του αξιακού συστήματος αυτής της θαυμαστής ελευθέρας νησιωτικής χώρας. Και αντέστη σθεναρώς στον εκβιασμό της Λ.Δ. της Κίνας. Συνάμα έλαβε σειρά μέτρων αποσκοπούντων στην μείωση της τρωτότητος της Ταϊβάν έναντι της οικονομικής καταναγκαστικής διπλωματίας του Πεκίνου. Προκειμένου να εξισορροπήσει την οικονομική εξάρτησή της από την ηπειρωτική Κίνα, η Ταϊβάν επεδίωξε την ενίσχυση των σχέσεών της με άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής και Νοτίου Ασίας καθώς και με την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία. Ο όγκος των επενδύσεών της στην Νότιο Ασία διπλασιάσθηκε! Και ενώ εμειώθη ο αριθμός των τουριστών εκ της ηπειρωτικής Κίνας, σημείωσε αύξηση ο αριθμός των επισκεπτών εκ των λοιπών χωρών Ασίας-Ειρηνικού.

Πράγματι, η Ηγεσία της Δημοκρατίας της Κίνας (Republic of China / Taiwan), το Διπλωματικόν Σώμα της, οι Ένοπλες Δυνάμεις της και οι ακαδημαϊκοί που συναπαρτίζουν την διεθνολογική κοινότητα και την security community της χώρας θα είχαν πολλά να διδάξουν στους ομολόγους των εκείνων των Δυτικών χωρών που μόλις τα τελευταία έτη αναπτύσσουν οικονομικές σχέσεις με την Λ.Δ. της Κίνας.

*Ο Δρ. Ηλίας Ηλιόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Τουρκικών και Συγχρόνων Ασιατικών Σπουδών (Department of Turkish and Modern Asian Studies) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διετέλεσε Καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας και Γεωπολιτικής της Θαλασσίας Ισχύος (Naval History and Geopolitics of Sea Power) της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (Hellenic Naval War College).

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline