ΟΝτέιβιντ Χόκνεϊ, ο εμβληματικός καλλιτέχνης, του οποίου οι πίνακες με τις πισίνες, που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του Λος Άντζελες, έγιναν σύμβολα της τέχνης του 20ού αιώνα, έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη, όπως ανακοίνωσε η εκπρόσωπός του, Έρικα Μπόλτον. Ήταν 88 ετών.
Αν και γεννήθηκε στον σκοτεινό βορρά της Αγγλίας, ο Χόκνεϊ έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Νότια Καλιφόρνια, μετατρέποντας τα ηλιόλουστα προαστιακά τοπία της σε κεντρικό μοτίβο του έργου του. Σε παιδική ηλικία, μεγαλώνοντας στο μουντό Μπράντφορντ, παρατηρούσε τις έντονες σκιές στις χολιγουντιανές ταινίες των Λόρελ και Χάρντι (Χονδρός και Λιγνός). «Οι έντονες σκιές σήμαιναν πολύ ήλιο», θυμόταν το 2009. «Έτσι σκέφτηκα, λοιπόν, όπου κι αν είναι αυτό το μέρος, έχει πάντα ήλιο». Δύο δεκαετίες αργότερα, μετακόμισε στο Λος Άντζελες, για να βυθιστεί σε αυτό το εκτυφλωτικό φως.
Τα πρώτα χρόνια, το Swinging London και η «απελευθέρωση» στην Καλιφόρνια
Ο Χόκνεϊ γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1937 στο Μπράντφορντ, μια μεγάλη βιομηχανική πόλη της Αγγλίας, από πατέρα λογιστή και μητέρα πιστή Μεθοδίστρια. Από τα φοιτητικά του χρόνια, επαναστάτησε ενάντια στις συμβάσεις. Έδινε σε αφηρημένους πίνακές του τίτλους όπως «Going to be a Queen for Tonight» και «Doll Boy», σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία στη Βρετανία τιμωρείτο με φυλάκιση.
Το 1959, μετακόμισε στο Λονδίνο για να σπουδάσει στο Royal College of Art, όπου γνώρισε μετεωρική άνοδο στο βρετανικό κίνημα της Pop Art και συναναστράφηκε με αστέρες της εποχής, από τον χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ μέχρι τον Μικ Τζάγκερ. Με τα χαρακτηριστικά στρογγυλά γυαλιά του, τα πλατινέ μαλλιά και το γυαλιστερό χρυσό σακάκι του, έγινε σύμβολο του «Swinging Sixties».
Ωστόσο, ο ίδιος λαχταρούσε τη ζωντάνια που έβλεπε στα έργα των αμερικανών καλλιτεχνών. Επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη, για πρώτη φορά το 1961 – όπου έγινε φίλος με τον Άντι Γουόρχολ – και μετακόμισε στην Καλιφόρνια τρία χρόνια αργότερα. «Είχα περάσει τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής μου στο γοτθικό σκοτάδι του Βορρά. Εδώ ένιωσα ελεύθερος», είχε δηλώσει.
«Είμαι ενθουσιασμένος κάθε μέρα», έλεγε στους Los Angeles Times το 1979. «Το Λονδίνο έχει πολλά θλιβερά μέρη, αλλά δε βρίσκω τίποτα θλιβερό στο Λος Άντζελες».
Οι εμβληματικές πισίνες και τα ρεκόρ εκατομμυρίων
Οι πίνακές του με τις πισίνες και τους γυμνούς άνδρες στα ντους έγιναν είδωλα ενός τρόπου ζωής λουσμένου στο φως, τον οποίο αποτύπωνε με φωτεινά ακρυλικά χρώματα.
Αν και ορισμένοι τεχνοκριτικοί χαρακτήρισαν αρχικά το έργο του «επιφανειακό», ο Χόκνεϊ κέρδισε μεγαλύτερη φήμη από οποιονδήποτε άλλο βρετανό καλλιτέχνη της εποχής του. Οι τιμές των έργων του σε δημοπρασίες έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ. Το 2018, ο διάσημος πίνακας του 1972 «Portrait of an Artist (Pool with Two Figures)» πουλήθηκε σε δημοπρασία του οίκου Christie's για 90,3 εκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας τον τότε τον πιο ακριβό εν ζωή καλλιτέχνη στον κόσμο.
Παρά την τεράστια επιτυχία και την περιουσία του, παρέμεινε ανεπιτήδευτος. «Στην πραγματικότητα είμαι ακόμα φοιτητής», έλεγε. «Απλώς τυχαίνει να έχω αρκετές πιστωτικές κάρτες στην τσέπη μου».
«Δεν αποσύρεσαι από αυτό, το κάνεις μέχρι να πέσεις κάτω»
Καθώς μεγάλωνε, η θεματολογία του άλλαξε. Τη δεκαετία του '90, με πολλούς φίλους του να χάνουν τη ζωή τους από τη μάστιγα του AIDS, οι άνδρες αντικαταστάθηκαν στα έργα του από τους αγαπημένους του σκύλους ράτσας ντάξχουντ.
Αργότερα, επέστρεψε στην Ευρώπη, για να βρίσκεται κοντά στην ηλικιωμένη μητέρα του. Εγκαταστάθηκε στην παραθαλάσσια πόλη Μπρίντλινγκτον, στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας, όπου βρήκε νέα έμπνευση στα δάση και τους λόφους του γενέθλιου Γιορκσάιρ. Αυτή αποδείχθηκε η πιο παραγωγική περίοδος της καριέρας του, καθώς έσπευδε να αποτυπώσει τις δραματικές αλλαγές των εποχών.
Πάντα καινοτόμος, ο Χόκνεϊ δεν περιορίστηκε στη ζωγραφική. Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, τα κολλάζ, τα σκηνικά για την όπερα, ενώ τα τελευταία χρόνια αγκάλιασε την τεχνολογία, δημιουργώντας έργα σε iPad, τα οποία έγιναν το αγαπημένο του εργαλείο.
Επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη, για πρώτη φορά το 1961 – όπου έγινε φίλος με τον Άντι Γουόρχολ – και μετακόμισε στην Καλιφόρνια τρία χρόνια αργότερα. «Είχα περάσει τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής μου στο γοτθικό σκοτάδι του Βορρά. Εδώ ένιωσα ελεύθερος», είχε δηλώσει.
«Είμαι ενθουσιασμένος κάθε μέρα», έλεγε στους Los Angeles Times το 1979. «Το Λονδίνο έχει πολλά θλιβερά μέρη, αλλά δε βρίσκω τίποτα θλιβερό στο Λος Άντζελες».
«Δεν αποσύρεσαι από αυτό, το κάνεις μέχρι να πέσεις κάτω»
Καθώς μεγάλωνε, η θεματολογία του άλλαξε. Τη δεκαετία του '90, με πολλούς φίλους του να χάνουν τη ζωή τους από τη μάστιγα του AIDS, οι άνδρες αντικαταστάθηκαν στα έργα του από τους αγαπημένους του σκύλους ράτσας ντάξχουντ.
Αργότερα, επέστρεψε στην Ευρώπη, για να βρίσκεται κοντά στην ηλικιωμένη μητέρα του. Εγκαταστάθηκε στην παραθαλάσσια πόλη Μπρίντλινγκτον, στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας, όπου βρήκε νέα έμπνευση στα δάση και τους λόφους του γενέθλιου Γιορκσάιρ. Αυτή αποδείχθηκε η πιο παραγωγική περίοδος της καριέρας του, καθώς έσπευδε να αποτυπώσει τις δραματικές αλλαγές των εποχών.
Πάντα καινοτόμος, ο Χόκνεϊ δεν περιορίστηκε στη ζωγραφική. Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, τα κολλάζ, τα σκηνικά για την όπερα, ενώ τα τελευταία χρόνια αγκάλιασε την τεχνολογία, δημιουργώντας έργα σε iPad, τα οποία έγιναν το αγαπημένο του εργαλείο.