Από τις επιθέσεις σε προοδευτικούς Δημοκρατικούς μέχρι την αναπάντεχη δήλωση στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ ότι «θα ήταν στο ίδιο επίπεδο με τον Λένιν», ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει τα όπλα του Ψυχρού Πολέμου. Ποιους συσπειρώνει και γιατί το νέο αφήγημα διχάζει τους συμβούλους του
Οαμερικανός πρόεδρος κλιμακώνει κατακόρυφα τη ρητορική του κατά του «κομμουνιστικού κινδύνου», ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, διενεργώντας στην ουσία ένα άτυπο «test drive» μιας νέας «παλιάς» στρατηγικής.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, σε δημόσιες τοποθετήσεις και αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η χρήση του όρου «κομμουνισμός» από τον Ντόναλντ Τραμπ αυξήθηκε ραγδαία μετά τις 23 Ιουνίου, όταν μια σειρά από αριστερούς υποψηφίους των Δημοκρατικών κέρδισαν τις προκριματικές εκλογές στη Νέα Υόρκη.
Έκτοτε, ο Τραμπ έχει επικαλεστεί τον κομμουνισμό δεκάδες φορές, χαρακτηρίζοντας ορισμένους από τους νικητές των εκλογών ως «σκληροπυρηνικούς, άθεους κομμουνιστές». Η πολιτική του ομάδα δοκιμάζει τη δυναμική αυτού του μηνύματος, θέλοντας να δει αν έχει απήχηση πέρα από τον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του.
«Θα ήμουν τόσο καλός όσο ο Λένιν»
Η ρητορική αυτή κορυφώθηκε με έναν μάλλον σουρεαλιστικό τρόπο, στο περιθώριο της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα. Παρά την ικανοποίησή του για την πορεία των εργασιών της Συνόδου, ο αμερικανός ηγέτης προκάλεσε αίσθηση όταν, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για την εξάπλωση του κομμουνισμού, επέλεξε να συγκρίνει τον εαυτό του με τον ιστορικό ηγέτη των μπολσεβίκων, Βλαντίμιρ Λένιν.
«Ο κομμουνισμός είναι εύκολο να πουληθεί. Εγώ θα ήμουν ο μεγαλύτερος κομμουνιστής στην Ιστορία, θα βρισκόμουν στο ίδιο επίπεδο με τον Λένιν. Θα ήμουν τόσο καλός όσο οποιοσδήποτε άλλος», αστειεύτηκε ο Τραμπ, για να προσθέσει αμέσως μετά: «Σου υπόσχονται δωρεάν ενοίκιο και δωρεάν σπίτι για όλη σου τη ζωή. Αυτό που δε λένε είναι ότι σε 12 μήνες, θα ζεις στη δυστυχία και σε άθλιες συνθήκες. Θα γίνονται δολοφονίες παντού. Ο κομμουνισμός είναι καταστροφή».
Κομμουνισμός vs Σοσιαλισμός: Τι δείχνουν οι κρυφές δημοσκοπήσεις
Πίσω από τις κουρτίνες, οι σύμβουλοι του Τραμπ πραγματοποιούν focus groups, για να μετρήσουν την αποτελεσματικότητα της νέας γραμμής επίθεσης. Τα προκαταρκτικά ευρήματα δείχνουν ότι η λέξη «κομμουνισμός» ενεργοποιεί έντονα τη βάση του Τραμπ και θα μπορούσε να αυξήσει την προσέλευση των ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων, που σπάνια προσέρχονται στις κάλπες.
Το μήνυμα φαίνεται να έχει ιδιαίτερη απήχηση στην ισπανόφωνη κοινότητα της Φλόριντα και του Τέξας, όπου πολλοί ψηφοφόροι προέρχονται από χώρες της Λατινικής Αμερικής, με αριστερά καθεστώτα. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες.
Από τη μια είναι οι ανεξάρτητοι, οι οποίοι εμφανίζονται λιγότερο δεκτικοί σε τέτοιους χαρακτηρισμούς και από την άλλη οι νεότεροι ψηφοφόροι, που δεν έζησαν τον Ψυχρό Πόλεμο και δε συγκινούνται από το αφήγημα. «Δε νομίζω ότι ο κομμουνισμός σημαίνει το ίδιο για οποιονδήποτε κάτω των 55 ετών», σχολίασε η ρεπουμπλικανή αναλύτρια στρατηγικής Έιμι Κοχ.
Αντεπίθεση για την ακρίβεια
Η άνοδος των προοδευτικών Δημοκρατικών (δημοκρατικών σοσιαλιστών) σε πολιτείες όπως το Κολοράντο, το Κεντάκι, η Νέα Υόρκη και το Τέξας, έδωσε στους Ρεπουμπλικάνους μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μετατοπίσουν την ατζέντα. Αντί να αμύνονται για την οικονομική καθημερινότητα και το υψηλό κόστος διαβίωσης, επιτίθενται παρουσιάζοντας τους Δημοκρατικούς ως «ακραίους ριζοσπάστες».
Από την πλευρά τους, οι προοδευτικοί υποψήφιοι των Δημοκρατικών ξεκαθαρίζουν ότι ο σοσιαλδημοκρατικός τους προσανατολισμός αφορά την επιβολή φόρων στους πλούσιους, την περικοπή των στρατιωτικών δαπανών και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, μέσω εκλογικών διαδικασιών και δεν έχει καμία σχέση με την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που πρεσβεύει ο κομμουνισμός.
Για τον Τραμπ, όμως, οι λεπτομέρειες αυτές είναι περιττές. Όπως δήλωσε και ο ίδιος, η αμερικανική αριστερά μπορεί να προτιμά τον όρο «σοσιαλδημοκράτες», αλλά πρόκειται για την ίδια ακριβώς απειλή, υπό μια «πιο φιλική» ονομασία.
Κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή: Η κατάρρευση της εκεχειρίας και τα κρίσιμα ερωτήματα της «επόμενης ημέρας»
Ο Τραμπ συνηθίζει να αναζητά τρόπους να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος και ενδέχεται να επιδιώκει μεγαλύτερη πίεση προς την Τεχεράνη μέσω νέων πληγμάτων
Ο Τραμπ δηλώνει ότι η εκεχειρία με το Ιράν «έχει τελειώσει», αλλά ταυτόχρονα επιμένει ότι τα νέα πλήγματα δεν σημαίνουν επιστροφή σε μακροχρόνιο πόλεμο.
Οι ΗΠΑ κατηγορούν την Τεχεράνη για επιθέσεις σε πλοία στο Στενό του Ορμούζ και για καθυστερήσεις στις πυρηνικές συνομιλίες.
Το Ιράν απαντά ότι η Ουάσινγκτον παραβιάζει τη συμφωνία και προειδοποιεί με αντίποινα κατά αμερικανικών βάσεων στην περιοχή.
Πακιστάν, Κατάρ, Αίγυπτος, Τουρκία και Σαουδική Αραβία επιχειρούν παρασκηνιακά να διασώσουν την εκεχειρία, ενώ η άνοδος του πετρελαίου απειλεί να έχει και πολιτικό κόστος στις ΗΠΑ.
Νέα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν, απειλές της Τεχεράνης για αντίποινα και πυρετώδεις διπλωματικές επαφές συνθέτουν το σκηνικό της νέας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, καθώς η εκεχειρία που είχε επιτευχθεί τον περασμένο μήνα δείχνει να καταρρέει.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε την Τετάρτη ότι πιστεύει πως η εκεχειρία με το Ιράν έχει πλέον τερματιστεί. Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν είναι βέβαιος αν επιθυμεί πλέον μια συμφωνία με την Τεχεράνη και υποστήριξε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να «ολοκληρώσουν τη δουλειά». Την ίδια στιγμή, επέμεινε ότι η συνέχιση των επιθέσεων δεν σημαίνει επιστροφή σε πόλεμο ή μια μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή.
Η αντιφατική ρητορική του Τραμπ και η έγκρισή του για διαδοχικά στρατιωτικά πλήγματα αφήνουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα της σύγκρουσης, μόλις λίγες εβδομάδες μετά τις δύσκολες διπλωματικές προσπάθειες που οδήγησαν σε μια αρχική συμφωνία μεταξύ των δύο επί δεκαετίες αντιπάλων.
Οι συνεχείς εναλλαγές στα μηνύματά του ενδέχεται να αποτελούν τακτική πίεσης προς την Τεχεράνη, ώστε να σταματήσει τις επιθέσεις κατά πλοίων που μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο στο Στενό του Ορμούζ και να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα, μια προσέγγιση που ο Τραμπ έχει ακολουθήσει και στο παρελθόν.
Είτε πρόκειται για διαπραγματευτική τακτική είτε για προάγγελο περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης, οι μεσολαβητές καταβάλλουν προσπάθειες να διασώσουν την ενδιάμεση συμφωνία, ενώ οι εξελίξεις αυτές απειλούν να οξύνουν ακόμη περισσότερο την ένταση. Μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών των καυσίμων θα μπορούσε, μάλιστα, να δημιουργήσει πολιτικό κόστος για τους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Τραμπ προειδοποίησε την Τετάρτη ότι επίκειται νέος γύρος αμερικανικών επιθέσεων, την ώρα που επιχειρούσε να υποβαθμίσει τα σενάρια περί επιστροφής σε πόλεμο πλήρους κλίμακας. Λίγες ώρες αργότερα, ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε νέα πλήγματα κατά του Ιράν με στόχο να «περιορίσει περαιτέρω την ικανότητά του να απειλεί την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ».
Αγώνας δρόμου για να σωθεί η εκεχειρία
Περιφερειακός αξιωματούχος υπηρεσίας πληροφοριών, που συμμετέχει στις προσπάθειες διαμεσολάβησης, δήλωσε ότι η σύγκρουση έχει εισέλθει σε κρίσιμο στάδιο, καθώς η αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ των δύο πλευρών αυξάνεται.
Ωστόσο, όπως ανέφερε ο ίδιος αξιωματούχος βρίσκονται σε εξέλιξη συνεχείς επαφές υψηλού επιπέδου, με στόχο να διασωθεί η εκεχειρία.
Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, των προσπαθειών διαμεσολάβησης ηγούνται οι υπουργοί Εξωτερικών του Πακιστάν και του Κατάρ, καθώς και ο επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών της Αιγύπτου. Παράλληλα, στις επαφές συμμετέχουν ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η χώρα του οποίου φιλοξένησε τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που ολοκληρώθηκε την Τετάρτη, καθώς και ηγετικά στελέχη της Σαουδικής Αραβίας.
Ο ίδιος αξιωματούχος ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ιδιαίτερα ενοχλημένες από τις επιθέσεις εναντίον πλοίων στο Στενό του Ορμούζ και κατηγορούν το Ιράν ότι καθυστερεί σκόπιμα τις συνομιλίες για τον περιορισμό του πυρηνικού του προγράμματος. Οι διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά θεωρούνταν το επόμενο κρίσιμο βήμα, ώστε η ενδιάμεση συμφωνία που ανακοινώθηκε τον περασμένο μήνα να εξελιχθεί σε μια μόνιμη συμφωνία τερματισμού του πολέμου.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι η Ουάσινγκτον είναι εκείνη που παραβιάζει τη συμφωνία όσον αφορά το Στενό του Ορμούζ και ότι δεν διασφαλίζει την εφαρμογή της εκεχειρίας στον Λίβανο, συμπεριλαμβανομένης της αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων, πρόσθεσε ο αξιωματούχος.
Ο Μάικλ Αϊζενσταντ, πρώην αναλυτής του αμερικανικού στρατού και σήμερα διευθυντής του Προγράμματος Στρατιωτικών και Αμυντικών Σπουδών στο Washington Institute for Near East Policy, εκτίμησε ότι «εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε φάση διαπραγματεύσεων, ό,τι κι αν λέει ο πρόεδρος».
«Αυτό είναι μέρος της διαπραγμάτευσης και ακόμη και η δήλωση ότι το μνημόνιο κατανόησης έχει λήξει αποτελεί στοιχείο της διαπραγματευτικής διαδικασίας», ανέφερε ο Αϊζενσταντ, αναφερόμενος στο μνημόνιο στο οποίο βασίστηκε η εκεχειρία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εμφανίστηκε κατηγορηματικός, δηλώνοντας ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον για τη διατήρηση της εκεχειρίας.
«Νομίζω ότι έχει τελειώσει», είπε χαρακτηριστικά.
«Μπορούμε να παίζουμε παιχνίδια, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι θέλω πλέον να κάνω συμφωνία», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, προσθέτοντας ότι ο αμερικανικός στρατός ίσως «απλώς ολοκληρώσει τη δουλειά».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου και επικεφαλής διαπραγματευτής της Τεχεράνης, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, κατηγόρησε την κυβέρνηση Τραμπ ότι έχει παραβιάσει επανειλημμένα τους όρους της αρχικής συμφωνίας, αναγκάζοντας το Ιράν να αντιδράσει αναλόγως.
«Η εποχή του εκφοβισμού και των εκβιασμών έχει τελειώσει», έγραψε ο Γκαλιμπάφ στην πλατφόρμα X. «Δεν οδηγούν πουθενά. Δεν θα υποκύψουμε».