Πρωτοσκιτσάρισε πολιτικές και κοινωνικές γελοιογραφίες στο ΒΗΜΑ και στα ΝΕΑ. Μια συνεργασία που επίσης συνεχίζεται µέχρι σήµερα. Ζει και σχεδιάζει συνεχώς. Διακόπτει µόνο κατά τη διάρκεια των µατς του Ολυµπιακού. Αδυνατεί να συγκεντρωθεί σε λυπηρές, απαισιόδοξες ή θανατηφόρες προοπτικές. Ευδιάθετος άνευ ιδιαίτερου λόγου. Συνοµιλεί µε τη γυναίκα του. Πολιτικολογεί µε τον γιο του. Εξυπνακίζει µε οιονδήποτε και κοµπλάρει µε την εγγονή του».
Με αφορμή τα 101α γενέθλια του σπουδαίου ,παρεμβατικού επί δεκαετίες σκιτσογράφου, δημοφιλούς Κώστα Μητρόπουλου, ξαναδιαβάζουμε την συνέντευξη που είχε γίνει για τα 100α γενέθλιά του. Χρόνια πολλά κ. Μητρόπουλε!
Είναι καλαμπουρτζής και ατακαδόρος στη συζήτηση, γλυκός και γενναιόδωρος στη φιλοξενία και όλα αυτά τα χρόνια είχε το μοναδικό προνόμιο να σκιτσάρει όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, από τον Παπάγο και τον Μαρκεζίνη μέχρι τον Ανδρουλάκη και τον Φάμελλο.
«Με εμποδίζετε με αυτά που κάνετε». «Σε τι σας εμποδίζουμε κύριε Μητρόπουλε;» «Να γιορτάσω τα 200!». Ηταν τα πρώτα του λόγια όταν τον συνάντησα.
Μια λαϊκή ρήση λέει: «Μην ανησυχείτε... τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα». Η αλήθεια είναι πως, παρόλο που συμπληρώνει αυτές τις μέρες τα πρώτα του 100 χρόνια, δεν φαίνεται να τα υπολογίζει ιδιαίτερα. Τα σκίτσα του, καθημερινά, σχολιάζουν την επικαιρότητα χωρίς να δυσκολεύουν τον αναγνώστη και καθιστούν σαφές ότι ο Μητρόπουλος δεν δυσκολεύεται στον αναπολογητικό συνδυασμό του χιούμορ με την τρυφερότητα.
Τον επισκέφτηκα ένα απόγευμα Κυριακής του Σεπτεμβρίου στο σπίτι του στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί όπου εργάζεται «από τότε που απέκτησε φαξ». Μας υποδέχτηκαν στην είσοδο ο ίδιος και η σύζυγός του, η κυρία Αρτεμις.
Τον μεγαλύτερο τοίχο του καθιστικού «ντύνει» μια πελώρια βιβλιοθήκη, φορτωμένη από πάνω ως κάτω, ενώ αντικριστά, στη γωνία πλάι στο παράθυρο, το γραφείο του, γεμάτο από τα πιο πρόσφατα σκίτσα που έκανε για «ΤΑ ΝΕΑ», το τάμπλετ, το φαξ, τα μολύβια και τα στιλό του αλλά και τα γελοιογραφικά άλμπουμ του σε ένα ράφι πιο δίπλα, ανάμεσα σε κορνιζαρισμένα σκίτσα και φωτογραφίες.
Σκιτσάρει από τα μέσα της δεκαετίας του 1940. Ξεκίνησε την καριέρα του στην «Αθλητική Ηχώ» και στον «Ρίζο της Δευτέρας», ενώ σκίτσα του δημοσιεύτηκαν επίσης στον «Προοδευτικό Φιλελεύθερο».
Το 1959 ξεκίνησε να συνεργάζεται με τα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη. Πρώτα στην «Ομάδα», συνέχισε στο «Βήμα» και τον «Ταχυδρόμο» κι έπειτα στα «ΝΕΑ». Συνεργασία που μετρά πια περισσότερα από 65 χρόνια ζωής.
Είναι καλαμπουρτζής και ατακαδόρος στη συζήτηση, γλυκός και γενναιόδωρος στη φιλοξενία, ενώ τα γαλανά του μάτια (που όταν παρατήρησα ότι είναι όμορφα, αποκρίθηκε γελώντας ότι δεν του το λένε οι γυναίκες όσο συχνά θα ήθελε) μαρτυρούν τη ζωηράδα που τον χαρα- κτηρίζει και την οποία απεικόνισε και ο ίδιος σε ένα γελοιογραφικό πορτρέτο του εαυτού του πριν χρόνια.
Ολες αυτές τις δεκαετίες, είχε το μοναδικό προνόμιο να σκιτσάρει – όντας σύγχρονός τους – όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, από τον Παπάγο και τον Μαρκεζίνη μέχρι εσχάτως τον Ανδρουλάκη και τον Σωκράτη Φάμελλο. Δεν σκιτσάρει ποτέ ειδήσεις, αλλά γεγονότα, όπως μας λέει. Προσπαθεί να βρει το γεγονός που θα το θυμάται ο κόσμος για πάνω από ένα εικοσιτετράωρο.
Ξεκοκαλίζει καθημερινά «ΤΑ ΝΕΑ», ακούει πολύ ραδιόφωνο, παρακολουθεί 3-4 ιστοσελίδες με ροή ειδήσεων και ελέγχει τα πρωτοσέλιδα καθημερινά. Παλιά πήγαινε τα σκίτσα στην εφημερίδα με τα πόδια. Υστερα τα έστελνε με φαξ. Αργότερα έμαθε το σκάνερ. Και πλέον τα στέλνει με το κινητό του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Πώς ήρθατε σε επαφή με το επάγγελμα του γελοιογράφου; Πώς μπήκατε σε αυτή τη δουλειά;
Η πλάκα είναι ότι μπορείς εύκολα να μπεις. Να βγω δυσκολεύομαι.
Σκιτσάρατε ως παιδί;
Μ' αρέσει που ρωτάτε αν σκιτσάριζα ως παιδί. Δεν εξελίχθηκα. Συνεχίζω να σκιτσάρω σαν παιδί. Ψάχνομαι όμως. Ιδιαίτερα βέβαια! Το πολιτικό σκίτσο δεν σηκώνει αλλαγές. Ο κόσμος αντιδρά. Σε θέλει όπως σ' έχει μάθει. Σχεδιάζω και σβήνω. Ξανασχεδιάζω και ξανασβήνω. Θέλει πολλή δουλειά για να φαίνεται ότι ξεπετάχτηκε μονοκοντυλιά. Ο Χοκουσάι που ζωγράφισε ένα κύμα με 50.000 πινελιές έλεγε πως όταν θα ήταν 100 ετών θα το έκανε με μια γραμμή. Πέθανε νωρίτερα και δεν πρόλαβε να δει πως είχε κάνει λάθος. Δεν γίνεται. Σας το εγγυώμαι ως παθώς.
Υπήρξε κάποιος που είδε το ταλέντο σας και σας ενθάρρυνε;
Δύο ήταν. Ο Γεωργαλάς που είχε εκδώσει την «Αθλητική Ηχώ» – ένας παχουλός, πανέξυπνος λινοτύπης – και οΚαραγιώργης, που ήτανδιευθυντής στον «Ρίζο της Δευτέρας», ένας πολύ προχωρημένος και ταλαντούχος για την Αριστερά της αύριον δολοφονημένος από την Αριστερά του χθες.
Η οικογένειά σας πώς αντέδρασε, όταν τους είπατε ότι θα γίνετε γελοιογράφος;
Ανασάνανε! Είχα βρει επάγγελμα!
Θυμάστε τα συναισθήματά σας όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο σας σκίτσο;
Ναιιι! Το κοιτούσα ώρες!
Ποιους γελοιογράφους θαυμάζατε στα πρώτα σας βήματα;
Ολους! Τους θαύμαζα και τους ζήλευα. Δημητριάδη, Αρχέλαο, Χριστοδούλου, Πολενάκη, Παυλίδη, Καστανάκη. Ντίνο-Μπέη.
Την πρώτη σας μέρα στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη τη θυμάστε; Πώς ήταν το κλίμα τότε στα «ΝΕΑ»;
Μπήκα τοίχο τοίχο. Το κλίμα καλό. Ο Δημητριάδης με κέρασε μια φούχτα πασατέμπους. Οταν σχεδίαζε τους τσάκιζε ασταμάτητα. Ακόμα νιώθω τη γλυκιά αρμύρα τους. Ηταν κωνσταντινουπολίτικοι! Φερμένοι παραγγελία. Ο Ψαθάς μάς κοίταζε έκπληκτος.
Ενθάρρυνση στο Συγκρότημα βρήκατε;
Οι πάντες και μένα και τον Μποστ μάς σπρώχνανε προς τη σελιδοποίηση. Και ο Μέντης και εγώ κάποια στιγμή αρχίσαμε το σκιτσάρισμα. Ο μόνος που μας υποψιάστηκε και μας βοήθησε ήταν ο Γ.Π. Σαββίδης, ένας άνθρωπος με ευρωπαϊκή κουλτούρα. Ολοι οι άλλοι αντέδρασαν, του Λαμπράκη συμπεριλαμβανομένου.
Πότε νιώσατε ότι βρήκατε το προσωπικό σας στυλ;
Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Κάθε τρεις και λίγο νομίζω πως το βρίσκω.
Σε αντίθεση με την «Καθημερινή», «ΤΑ ΝΕΑ» και «Το Βήμα» συνέχισαν την έκδοσή τους στην περίοδο της δικτατορίας.Πώς ήταν το κλίμα τότε;
Εχουν κυκλοφορήσει διάφορες εκδοχές. Κοιτάξτε τι έγινε: Τις πρώτες μέρες μαζευτήκαμε στα γραφεία και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Η χούντα μάς έβραζε. Ούτε βγείτε έλεγε, ούτε μη βγείτε. Ο Λαμπράκης άφαντος.
Την τρίτη μέρα όμως ειδοποίησε με άνθρωπο τον Νίτσο3. «Αν θέλετε», είπε, «κυκλοφορήστε».
«Για πάρτη σας. Μη μείνουν στον δρόμο οικογένειες και εργαζόμενοι». Ο Νίτσος πέταξε την μπάλα σε εμάς: «Σκεφτείτε και πείτε μου». Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά και αποφασίσαμε να ρωτήσουμε και την «Καθημερινή». Αν συμφωνήσει να κλείσουμε όλοι μαζί. Οι μεγάλες εφημερίδες. Πήραμε τηλέφωνο. Η Ελένη Βλάχου απάντησε προσωπικά: «Ελάτε από εδώ». Πήγαμε. Μας δέχθηκε στο γραφείο της. Πολύ φιλική.
Ηταν λακωνική: «Ακούστε. Αυτοί μέχρι τα Χριστούγεννα θα 'χουν πέσει. Κάτι συνταγματάρχες είναι. Δεν είναι το επιτελείο του Πενταγώνου. Εγώ θα κλείσω. Ο Λαμπράκης τι λέει;». Της είπαμε ότι πιστεύει – όπως μας είχε διαβεβαιώσει ο Νίτσος – πως η χούντα θα κρατήσει πέραν της πενταετίας, επτά – δέκα χρόνια! Η Βλάχου χαμογέλασε. Ευγενικά. Χαμογέλασε.
«Ο Χρηστάκης όλα τα ξέρει», είπε. Γυρίζοντας αποφασίσαμε να προτείνουμε στον Νίτσο να κυκλοφορήσουμε. Θα δημοσιεύαμε μόνο ειδήσεις. Δεν θα σχολιάζαμε. Ούτε θα παίρναμε θέση. Θα δοκιμάζαμε να περνάμε ό,τι μπορούσαμε. Προτιμούσαμε να μας κλείσει η χούντα παρά να κατεβάσουμε ρολά... Ολη η Ελλάδα δούλευε. Κανείς, ούτε ένα επάγγελμα δεν κατέβασε ρολά.
Του προτείναμε να το παλέψουμε. Συμφώνησε. Αυτό κάναμε. Ο Τύπος είναι μπίζνες για σκληροτράχηλους επιχειρηματίες. Η Ελένη Βλάχου ήταν μια ευφυέστατη κυρία και το χρονογράφημά της ήταν μια σπάνια απόλαυση.
Πιστεύετε έχει αλλάξει το χιούμορ σας με τα χρόνια; Αυτολογοκρίνεστε;
Αυτολογοκρίνομαι σε κάθε σκίτσο. Το καταφέρνω καλά. Μόνο μια μήνυση έχω φάει και μάλιστα αθωώθηκα.
Εννοώ, σκιτσάρετε διαφορετικά ένα γεγονός σήμερα, απ' ό,τι θα το σχεδιάζατε το '60;
Είναι σαν να θες να γίνει το τουρσί, αγγουράκι. Τώρα είμαι τουρσί. Δεν μπορώ να γίνω με τίποτα το αγγουράκι του '60. Ποιο από τα πολλά πρόσωπα που έχετε σκιτσάρει ήταν το πλέον γελοιογραφήσιμο; Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ηταν το κάτι άλλο. Περιβόλι.
Εχετε γελοιογραφήσει επαγγελματικά μια μακρά λίστα πολιτικών αρχηγών. Είχατε ποτέ αδυναμία σε κάποιον;
Στον Χαρίλαο Φλωράκη. Στη Μεταπολίτευση ορμήσαμε οι γελοιογράφοι σαν πεινασμένα τσακάλια πάνω στους πολιτικούς. Ξεχαρμανιάζαμε. Εγώ είχα ένα κράτημα με τον Φλωράκη. Ηξερα πως είχε φυλακιστεί – ήταν θείος της γυναίκας μου – και πως είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Τον σεβόμουν! Πώς να τον γελοιογραφήσω;
Σε κάποια γιορτή μού σύστησαν τη γυναίκα του, τη Μάγδα. Ηταν γελαστή και ευγενική. Στην κουβέντα τής είπα το πρόβλημα. «Τι να κάνω με τον Χαρίλαο», τη ρώτησα. «Ορμα του!», μου απάντησε σκασμένη στα γέλια. Ετσι ξεκίνησα και με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Του το είπα μια φορά: «Σας χτυπώ κατ' εντολήν της Μάγδας». Γέλασε καλόκεφα.
Εχετε αλλάξει ποτέ τελευταία στιγμή το σκίτσο, λόγω επικαιρότητας;
Οχι. Δεν κάνω σκίτσο ποτέ από είδηση. Μόνο από γεγονότα. Αν δεν είχατε γίνει γελοιογράφος, ποιον δρόμο θα είχατε ακολουθήσει; Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι...
Τα σκίτσα σας διακρίνονται από μια τρυφερότητα. Συμβαίνει αβίαστα ή είναι συνειδητή επιλογή;
Η γελοιογραφία πρέπει να είναι αστεία. Να σε κάνει να γελάς. Αν είναι και τρυφερή, μιλάμε πια για τζακ-ποτ. Μακάρι να έχετε δίκιο ότι το 'χω, αλλά συμβαίνει άραγε;
Νοσταλγείτε κάποια περίοδο από την πορεία σας;
Νοσταλγώ την αφέλεια με την οποία άρχισα. Την πορεία που λέτε. Είχε πολλά κατσάβραχα, αλλά παραδόξως το έβλεπα μόνο μετά!
Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της γελοιογραφίας;
Εχω καλά νέα! Τηλεφώνησαν, λέει, στην Τεχνητή Νοημοσύνη. «Τι φοράς, γλύκα;», τη ρώτησαν. «Βίδες», απάντησε. «Βάλ' τες, ξέρεις πού...», της πρότειναν. Δεν ήξερε πού τελικά. «Ξέρεις να κάνεις μια γελοιογραφία;», την ξαναρώτησαν. «Τι είναι αυτό;», ρώτησε. Λοιπόν, φίλε Γιάννη. Το σεξ και το χιούμορ στο μέλλον δεν κινδυνεύουν! Θα πάνε καλά. Τι άλλο θέλουμε!...
1. Γεώργιος Γεωργαλάς, διευθυντής της «Αθλητικής Ηχούς» από το 1945 έως το 1991.
2. Κώστας Καραγιώργης, γεννημένος το 1905 με το επίθετο Γυφτοδήμος. Ηταν γιατρός, δημοσιογράφος και ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ. Υπήρξε ανταποκριτής του «Ριζοσπάστη» στο Παρίσι και τη Μόσχα, ενώ αμέσως μετά την Απελευθέρωση και μέχρι τον Οκτώβριο του 1947 υπήρξε διευθυντής του, οπότε και η εφημερίδα έκλεισε. Εκδιώχθηκε από το ΚΚΕ τον Μάιο του 1950 και εικάζεται πως πέθανε σε ρουμανικό κάτεργο το 1955, μετά από συνοπτική «δίκη» που πέρασε στο Βουκουρέστι.
3. Διευθυντής της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» την περίοδο εκείνη.
4. Εκδότρια και διευθύντρια της «Καθημερινής» εκείνη την περίοδο.
Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο φύλλο των «ΝΕΩΝ» 27-28/09/2025