Δεν το συνειδητοποιούμε, γιατί έχουμε συνηθίσει σε αυτή την ασχήμια, στις ατελείωτες μουντζούρες σε ιδιωτικά και δημόσια –ενίοτε εμβληματικά– κτίρια, αγάλματα, τρένα.
Οι ξένοι επισκέπτες σοκάρονται, γιατί δεν έχουν ξανασυναντήσει κάτι τέτοιο πουθενά στον κόσμο. Δεν μιλάμε άλλωστε για έργα του Μπάνκσι.
Φασισμός είναι να επιβάλλουν κάποιοι χούλιγκαν τη δική τους αισθητική στον δημόσιο χώρο, να πνίγουν μια πόλη, που έχει ήδη πάρα πολλά προβλήματα και ανοικτές πληγές, σε μια ατέλειωτη μίζερη μαυρίλα επειδή «έτσι γουστάρουν».
Καμιά φορά αντικρίζουμε έξυπνα συνθήματα ή κάτι που μοιάζει με τέχνη, όπως εκείνο το «ο νους μας αληταριό» σε έναν τοίχο στον Πειραιά. Τις περισσότερες φορές, πάντως, πρόκειται για μουντζούρες, τελεία και παύλα, ή οπαδικά συνθήματα. Τα δημόσια πανεπιστήμια είναι γεμάτα από γκράφιτι, μουντζουρωμένους τοίχους, που δημιουργούν μια αίσθηση μιζέριας και παρακμής, εκεί όπου θα έπρεπε ο δημόσιος χώρος να εμπνέει αισιοδοξία. Τα αγάλματα των ηρώων μας βανδαλίζονται συνεχώς και βάναυσα. Γειτονιές που προσπαθούν χρόνια να πάρουν τα πάνω τους, όπως ο Κεραμεικός, ασφυκτιούν από την αρρώστια του γκράφιτι.
Η εύκολη απάντηση είναι το μεταπολιτευτικό κλισέ ότι είναι δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο και όλοι εμείς που το κατακρίνουμε είμαστε αντιδραστικοί, αν όχι φασίστες. Καταλαβαίνω γιατί γκράφιτι και συνθήματα έγιναν μόδα αμέσως μετά την κατάρρευση της χούντας. Επρεπε να φύγουμε, μια για πάντα, από το στερεότυπο του χωροφύλακα, που πιάνει από το αυτί κάποιον που έγραφε συνθήματα σε τοίχο και τον οδηγεί στο τμήμα για εξακρίβωση και πιθανώς παραβίαση του νόμου περί τεντιμποϊσμού.
Εχουν όμως περάσει 52 χρόνια από τότε, ο χωροφύλακας δεν υπάρχει παρά μόνον στην επαναστατική φαντασίωση ορισμένων, και η δημοκρατία μας επιτρέπει σε όλους μας να εκφράζουμε όποια άποψη θέλουμε, όπου θέλουμε. Φασισμός είναι όμως το να επιβάλλουν κάποιοι χούλιγκαν τη δική τους αισθητική στον δημόσιο χώρο, να πνίγουν μια πόλη, που έχει ήδη πάρα πολλά προβλήματα και ανοικτές πληγές, σε μια ατέλειωτη μίζερη μαυρίλα επειδή «έτσι γουστάρουν». Αυτή η ελληνική εξαίρεση πρέπει να σταματήσει.