Ο Ρούμπιο αναφερόταν στην πρόταση του ρώσου προέδρου για μια συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, την οποία αποκάλυψε πρώτη η Wall Street Journal. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι τρεις ηγέτες θα μπορούσαν να συναντηθούν στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC), που έχει προγραμματιστεί για τις 18 και 19 Νοεμβρίου στο Σεντζέν της Κίνας.
Σύμφωνα με πρώην αξιωματούχο των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Πούτιν, πέραν των διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου, έχει ευρύτερες –και ίσως μη ρεαλιστικές- φιλοδοξίες για το συγκεκριμένο σχήμα, οραματιζόμενος μια «δεύτερη Γιάλτα» – μια νέα συνεννόηση των μεγάλων δυνάμεων με σκοπό την αναδιαμόρφωση των διεθνών ισορροπιών και έναν νέο καταμερισμό των σφαιρών επιρροής.
Η ρωσική πρόταση για αυτή την τριμερή συνάντηση έρχεται σε μια περίοδο που ο αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να επαναπροσεγγίσει τον Πούτιν αλλά και καθώς το πεδίο της μάχης έχει μετατραπεί σε μια «όλο και διευρυνόμενη ζώνη θανάτου», κατά τους New York Times.
Το «άνοιγμα» Τραμπ
Το ζήτημα της συνάντησης των τριών ηγετών φέρεται να τέθηκε κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ο Πούτιν και ο Τραμπ στις 9 Οκτωβρίου. Από την ίδια συνομιλία προέκυψε και η αμφιλεγόμενη συμφωνία για τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ προς τις ΗΠΑ και τις διεθνείς αγορές, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει τις τιμές των καυσίμων εν όψει των επικείμενων εκλογών.
Ο Τραμπ εξήρε τη Μόσχα για τη διάθεση ντίζελ στις διεθνείς αγορές σε μειωμένες τιμές, παρουσιάζοντας τη συμφωνία ως συμβολή στην αποκλιμάκωση των πιέσεων στον ενεργειακό εφοδιασμό. Ωστόσο, η γενικότερη εκτίμηση των αναλυτών είναι πως κάτι τέτοιο αποτελεί μια προσπάθεια του αμερικανού προέδρου να ξανακερδίσει τους ψηφοφόρους του, ευνοώντας όμως ουσιαστικά τη Ρωσία, η οποία και θα επωφεληθεί οικονομικά, αλλά και από τις εντάσεις στο εσωτερικό της διατλαντικής συμμαχίας.
Λίγες μέρες αργότερα, ανακοινώθηκε και η αναστολή των νέων κυρώσεων και δασμών που στόχευαν τη Ρωσία και χώρες που συναλλάσσονται μαζί της, καθώς ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η περαιτέρω οικονομική πίεση στη Ρωσία θα μπορούσε να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η προοπτική μιας συνάντησης Τραμπ, Πούτιν και Σι -χωρίς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ή κάποιον Ευρωπαίο αξιωματούχο- φαίνεται πως έρχεται σε σύμπνοια με τις πρόσφατη στάση του αμερικανού προέδρου και τις εκ νέου κατηγορίες του προς τον ουκρανό πρόεδρο.
Η Ουάσιγκτον ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση στην Ουκρανία να αναστείλει την εκστρατεία πληγμάτων κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών. Για το Κίεβο οι εγκαταστάσεις αυτές αποτελούν νόμιμους στρατιωτικούς στόχους, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα από την παραγωγή και τις εξαγωγές πετρελαίου χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να έχει απειλήσει ακόμη και με διακοπή της ανταλλαγής πληροφοριών και των παραδόσεων οπλισμού, εάν η Ουκρανία δεν σταματήσει τα πλήγματα.
Η προσέγγιση αυτή, αναμενόμενα, προκαλεί ανησυχία στο Κίεβο, καθώς περιορίζει τα περιθώρια άσκησης πίεσης στη Μόσχα, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται με αμείωτη ένταση για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, και πλέον, σε διαφορετική μορφή.
Μια διευρυνόμενη «ζώνη θανάτου»
Όταν η Ρωσία εξαπέλυσε την πλήρους κλίμακας εισβολή της το 2022, οι συγκρούσεις διεξάγονταν σε ένα σχετικά σαφώς οριοθετημένο μέτωπο. Οι δύο στρατοί συγκέντρωναν δυνάμεις και μάχονταν από χαρακώματα, με μια «νεκρή ζώνη» να τους χωρίζει. Οι μάχες περιορίζονταν κυρίως σε μια στενή λωρίδα εδάφους, ενώ οι στρατιώτες μπορούσαν να αναπαύονται σε σχετική ασφάλεια λίγα χιλιόμετρα πίσω από τις γραμμές του μετώπου.
Ρεπορτάζ των New York Times εξηγεί πως η μαζική χρήση drone έχει αλλάξει εντελώς αυτές τις συνθήκες, κάνοντας τον πόλεμο ακόμη πιο απαιτητικό και για τις δυο πλευρές.
Η συνεχής επιτήρηση, η ακρίβεια των πληγμάτων και η διαρκώς αυξανόμενη εμβέλεια των drones έχουν μετατρέψει την περιοχή γύρω από το μέτωπο σε μια εκτεταμένη, ερημωμένη ζώνη, όπου καμία πλευρά δεν μπορεί να διατηρήσει σταθερό έλεγχο. Πόλεις και χωριά που άλλοτε θεωρούνταν ασφαλή βρίσκονται πλέον εκτεθειμένα σε διαρκείς απειλές.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει όχι μόνο τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων, αλλά και τις προϋποθέσεις για την κατάληψη και τη διατήρηση εδαφών. Η μετακίνηση στρατευμάτων, ο ανεφοδιασμός και η συγκέντρωση δυνάμεων γίνονται δυσκολότερα, καθώς η επιτήρηση από αέρος περιορίζει τα περιθώρια αιφνιδιασμού και αυξάνει τον κίνδυνο εντοπισμού και προσβολής στόχων.
Παρ' όλες τις συνθήκες, το Κίεβο αναφέρει νέα κέρδη στο ανατολικό μέτωπο. Η επιχείρηση «Vivaldi», που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και αρκετούς μήνες, φέρεται να έχει οδηγήσει στην απελευθέρωση οικισμών και στην ανακατάληψη εδαφών.
Το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου (Institute for the Study of War) ανέφερε ότι φιλορώσοι στρατιωτικοί μπλόγκερ αναγνώρισαν τις ουκρανικές προελάσεις, εκφράζοντας ανησυχία για το ενδεχόμενο περαιτέρω απωλειών του ρωσικού στρατού, κάτι που βέβαια δεν αναγνωρίζεται επίσημα από τη ρωσική ηγεσία.
Ωστόσο, η Ρωσία συνεχίζει να σφυροκοπά από αέρος και με drones την Ουκρανία, πλήττοντας τις ενεργειακές υποδομές της και προκαλώντας θανάτους αμάχων. Παράλληλα, η πίεση που ασκεί η Ουάσιγκτον στο Κίεβο, σε συνδυασμό με την αμερικανική προσπάθεια αναθέρμανσης των σχέσεων με τον Πούτιν, δημιουργεί ένα όλο και πιο σύνθετο περιβάλλον για την ουκρανική πλευρά, καθώς περιορισμοί στην πρόσβαση σε αμερικανικά όπλα και υπηρεσίες πληροφοριών θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητα του Κιέβου να συνεχίσει την πορεία του σε αυτόν τον, σχεδόν πενταετή, πόλεμο φθοράς.