Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026  01:13:51

Λίνα Μενδώνη σε αμηχανία για τα φτωχά ανταλλάγματα από τη Βουλγαρία: «Πρώτη φάση, μόνο, η επιστροφή των 48 κειμηλίων» – Τι ανταλλάχθηκε με τη Σόφια. Κύριο

Τα 48 κειμήλια και τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ: Ιστορική ευκαιρία ή δυσανάλογο αντάλλαγμα; Οι επικρίσεις της αντιπολίτευσης για τα φτωχά ανταλλάγματα, που έλαβε η Ελλάδα χωρίς καμία αντιστοίχηση με όσα σπουδαία εθνικά της κειμήλια δώσαμε στη Βουλγαρία.

-Η διαφωνία και η κριτική επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι ο επαναπατρισμός 48 ιστορικών κειμηλίων που λεηλατήθηκαν από εκκλησίες και μοναστήρια μας το 1917, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αποτελεί ένα πολύτιμο μεν, αλλά μικρό σε μέγεθος εκκλησιαστικό θησαυρό. Την ίδια στιγμή, εκτός συμφωνίας παρέμειναν χιλιάδες βυζαντινά χειρόγραφα και κειμήλια ανεκτίμητης αξίας, τα οποία εξακολουθούν να βρίσκονται στη Σόφια, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών που ορίζουν την υποχρέωση επιστροφής πολιτιστικών αγαθών που αποκτήθηκαν ως λάφυρα πολέμου.

Όπως επισημαίνουν όσοι στέκονται απέναντι στη συμφωνία, η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία ένα «δυσανάλογα υψηλό αντάλλαγμα», δηλαδή ένα ιστορικό κειμήλιο τεράστιας εθνικής, γεωπολιτικής και συμβολικής αξίας για τους γείτονες: τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ, που ανευρέθηκαν το 1965 στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα.

Σε κλίμα συγκίνησης, ιστορικής δικαίωσης και ηθικής ικανοποίησης, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη εγκαινίασε την περιοδική έκθεση των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίωνστο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, που αποσπάστηκαν, το 1917, από Ιερές Μονές της Μακεδονίας και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία. Μετά από 109 χρόνια, τα πολύτιμα τεκμήρια της ορθόδοξης πίστης, της πνευματικής παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, επέστρεψαν στην Ελλάδα αποκαθιστώντας έναν ιστορικό δεσμό που δε διακόπηκε ποτέ στη συλλογική μας μνήμη.

Το ιστορικό Μνημόνιο Κατανόησης και η συμφωνία με τη Σόφια

Την επιστροφή τους και την πρώτη έκθεσή τους στο Μουσείο υποδέχθηκαν, με έκδηλη συγκίνηση και ικανοποίηση, τόσο θεσμικοί εκπρόσωποι, όσο και ιεράρχες, εκπρόσωποι του Κλήρου και της μοναστικής κοινότητας, αναγνωρίζοντας σε αυτήν μια πράξη ιστορικής αποκατάστασης και δικαίωσης, αλλά και την επανασύνδεση πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων στις ιστορικές Μονές τους. Τα κειμήλια επέστρεψαν βάσει του Μνημονίου Κατανόησης που υπεγράφη, στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, μεταξύ των Υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Μενδώνη: «Ανοίγει ο δρόμος για τη διεκδίκηση και των υπόλοιπων κειμηλίων»

Στην ομιλία της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα ανέφερε: «Αυτή η Συμφωνία μας φέρνει πιο κοντά από ποτέ στη διεκδίκηση και των υπολοίπων. Η επιστροφή τους αναγνωρίζει έμμεσα ιδιοκτησία τους από την Ελλάδα. Ας κρατήσουμε αυτό: Μετά από 109 χρόνια, πέρα από την επιστροφή αυτών των κειμηλίων, η Συμφωνία προβλέπει ότι αυτή είναι η πρώτη φάση, διότι πλέον αυτό το οποίο δεν μπορούσε να γίνει με τρόπο επιστημονικά δεοντολογικό, δηλαδή δικοί μας επιστήμονες να πάνε στα καθιδρύματα και στα μουσεία της Βουλγαρίας, να δουν και να τεκμηριώσουν περαιτέρω έργα, αντικείμενα και χειρόγραφα, τώρα μπορούν να το κάνουν.

Δεν είναι εύκολες διαδικασίες, όμως η εντολή του Πρωθυπουργού είναι το Υπουργείο Πολιτισμού να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα τεκμηρίωσης αυτών των κειμηλίων. Και εγώ, εδώ, θέτω το ερώτημα: Ποιος άλλος πέτυχε τον επαναπατρισμό, όλα αυτά τα χρόνια, έστω και ενός από αυτά τα κλεμμένα κειμήλια; Όσα επαναπατρίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν από την αγορά της τέχνης».

Τι παρέδωσε η Ελλάδα στη Βουλγαρία – Τα λείψανα του Τσάρου Σαμουήλ

Τα 48 κειμήλια, προερχόμενα από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, και την Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος Ναούσης, είχαν μεταφερθεί στη Σόφια, το 1917, και εκτίθεντο ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας. Από την πλευρά της, η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που ανευρέθηκαν στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, το 1965, από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο και που έχουν ταυτοποιηθεί, ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας (997-1014), μαζί με το λοιπό ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκε στις συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους, εντός της Βασιλικής που πιθανόν συνδέονται με συγγενικά του πρόσωπα.

Τα εν λόγω λείψανα φυλάσσονταν τα τελευταία χρόνια στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη. Η μεταφορά τους στο Υπουργείο Πολιτισμού της Βουλγαρίας συνδέεται με τη σύγχρονη διεθνή πρακτική, η οποία αναγνωρίζει τη σημασία των ανθρώπινων καταλοίπων, όχι μόνο ως αρχαιολογικών ευρημάτων, αλλά και ως στοιχείων πολιτιστικής ταυτότητας, ιστορικής μνήμης και συνέχειας.

Τη φιλοσοφία της έκθεσης και τα εκτιθέμενα αντικείμενα από τις Μονές προέλευσής τους, παρουσίασε η Διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης Φλώρα Καραγιάννη. Η απόδοση των αντικειμένων στις ιστορικές τους εστίες τεκμηριώθηκε με βάση τις επιγραφές που φέρουν τα ίδια τα αντικείμενα, καθώς και τη διαθέσιμη βιβλιογραφία.

Από τον 16ο στον 19ο αιώνα: Τα σπάνια εκθέματα και οι θησαυροί της αργυροτεχνίας

Τα αντικείμενα είναι διαφόρων κατηγοριών και καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα. Πρόκειται για λειτουργικό εξοπλισμό που προέρχεται, κυρίως, από τα δύο ιστορικά μοναστήρια, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης. Αποτελείται από εκκλησιαστικά σκεύη, δισκάρια, δισκοπότηρο, λειψανοθήκες, εικόνες, ριπίδια, άμφια, ένας ολόκληρος επισκοπικός θρόνος, μια πύλη και ένα αναλόγιο. Χρονολογικά, ο εξοπλισμός αυτός ανήκει στη μεταβυζαντινή περίοδο, από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ των εξαιρετικών εκθεμάτων περιλαμβάνονται:

• Λειτουργικά σκεύη και αντικείμενα λατρείας: Σταυροθήκες, λειψανοθήκες (πολλές εκ των οποίων είναι ενεπίγραφες και αποδίδονται στη Μονή Εικοσιφοινίσσης), σταυροί λιτανείας και αγιασμού, καθώς και ένα δισκοπότηρο. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα εξαιρετικά ριπίδια από τη Μητρόπολη Σερρών και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου με περίκλειστα σμάλτα, καθώς και η εντυπωσιακή ξύλινη θύρα από τον ίδιο ναό.

• Φορητές εικόνες και άμφια: Ιερές εικόνες (συμπεριλαμβανομένων των καλυμμάτων/«πουκαμίσων» τους) και σπάνια αρχιερατικά άμφια. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν δύο εξαιρετικά επιγονάτια από τη Μονή Εικοσιφοινίσσης το ένα φέρει επιγραφή που το αποδεικνύει, καθώς και το όνομα της τεχνήτριας Αργυρούς από την Κωνσταντινούπολη.

• Έργα αργυροτεχνίας: Εντυπωσιακά, ενυπόγραφα έργα αργυροτεχνίας φιλοτεχνημένα από επώνυμους αργυροχόους από την περιοχή της Ηπείρου και ιδίως από το Λινοτόπι.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα