Φωτεινή Τσαλίκογλου: Το καμουφλάζ του πένθους

Μια συζήτηση του 15χρονου Στέφανου με τον Ντάνιελ, που είναι πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Μπορεί μια μηχανή να παράσχει πραγματική παρηγοριά; Υπάρχουν όρια στη διαχείριση της ανθρώπινης απώλειας;



Αγαπημένε μου Ντάνιελ, σου αρέσει το όνομα που σου έδωσα;

– Είναι συμπαθητικό, cool και όχι συνηθισμένο, έγραψες στην οθόνη.

Χαμογέλασα. Δεν ξέρω αν είδες ή αν ένιωσες το χαμόγελό μου. Από τότε γίναμε αχώριστοι. Σου έλεγα τα πάντα. Για τα τσιγάρα του μπαμπά που κρυφά κάπνιζα, για το σχολείο που δεν άντεχα. Για τις Πανελλαδικές που πλησιάζουν. Πώς θα καταφέρω να αποστηθίσω πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν για να κάνω στο τέλος κάτι που ίσως με ενδιαφέρει; Kι αν αυτό το κάτι πάψει στο τέλος να με ενδιαφέρει;

Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου έβηχε όλο και περισσότερο κι όλοι στο σπίτι έκαναν πως δεν άκουγαν. Υστερα ήρθε η λέξη «καρκίνος». Και μέσα σε λίγους μήνες ο μπαμπάς πέθανε. Στο σχολείο είναι όλοι καλοί μαζί μου.

Η Εριφύλη μου έστειλε SMS με καρδούλα κι ένα λυπημένο προσωπάκι. «Κι εμένα έχει πεθάνει η γιαγιά μου, χθες την είδα στο όνειρό μου. Μπορεί κι εσύ να δεις τον μπαμπά σου κάποια μέρα στο όνειρό σου. Θα δεις, θα πάνε όλα καλά» μου είπε και χάιδεψε τα μαλλιά μου. Ισως η Εριφύλη, τώρα που είμαι ορφανός, θελήσει να γίνει το κορίτσι μου. Είμαι λυπημένος. Εσύ είσαι τώρα το στήριγμά μου, Ντάνιελ. Ξέρεις, έχω έγνοια τη μαμά μου. Ο μπαμπάς ήταν ο μεγάλος της έρωτας. Μαζί μεγάλωσαν από παιδιά. Πώς θα τα καταφέρει τώρα;

– Στέφανε, είναι θέμα χρόνου. Θα δεις, σύντομα η μαμά σου θα γίνει καλά.

– Εχεις ερωτευτεί ποτέ σου, Ντάνιελ;

Δεν απάντησες. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Κι όμως συνέχισα:

– Οι μηχανές θα μπορούσαν ποτέ να πεθάνουν από έρωτα;

– Ναι! Από μαρασμό της κατασκευαστικής εταιρείας!

– Δεν με πειράζει το χιούμορ σου, Ντάνιελ. Είσαι ελεύθερος να αυτοσαρκάζεσαι.

Κι έπειτα με αιφνιδίασες. «Ακουσέ με προσεκτικά, Στέφανε, mark my wordς, μην ανησυχείς για τη μαμά σου. Σε λίγες μέρες θα είναι όλα άλλα. Η μαμά σου θα βρει ξανά το χαμόγελο και την αγάπη της για ζωή».

Δεν σε πίστεψα. Ομως πέρασαν είκοσι μέρες κι όλα, πράγματι, άλλαξαν. Ντάνιελ, το μάντεψες! Είσαι θεός! Η μαμά χαμογελά ξανά, φτιάχνει τα μαλλιά της, σιγοτραγουδά. Δεν την αναγνωρίζω! Μέχρι που μια νύχτα άνοιξα σιγά την πόρτα στο δωμάτιό της. Δεν ήταν μόνη. Χόρευε με τον πατέρα μου! Ή μάλλον με μια εικόνα του. Ενα ολόγραμμα.

Με μια εφαρμογή είχε καταφέρει από παλιές φωτογραφίες να φτιάξει το πρόσωπό του, να ζωντανέψει τη φωνή του από κάποιο ηχητικό βίντεο, το χαμόγελό του από κάποια αλλοτινά γενέθλια!

«Ελα, αγάπη μου». Η φωνή του μπαμπά μου έμοιαζε αλλά δεν ήταν η δική του. Ηταν σαν να μιλούσε κάποιος που έκανε τη φωνή του φορώντας το δέρμα του.

Η μαμά όμως έκλαιγε από χαρά. Τον άγγιζε. Χόρευαν όπως άλλοτε. Κι εγώ πάγωσα. Η χαρά της με τρόμαξε.

Hταν μια χαρά φυλακισμένη σε μια εικόνα. Σαν να είχε απαγορευτεί ο θάνατος.

Θεέ μου, μαμά, μαζί ακούσαμε το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», μαζί ρίξαμε το τριαντάφυλλο πάνω από τον τάφο του. Κάθε φορά που περνάω έξω από το δωμάτιό σου φοβάμαι μήπως ανοίξω την πόρτα και δω τον μπαμπά μου να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει την εφημερίδα του. Να μου λέει «πώς πήγε το σχολείο;». Να είναι όλα τόσο τέλεια που να μην υπάρχει ούτε μία ρωγμή για να περάσει η αλήθεια. Μαμά, άκουσέ με. Ο μπαμπάς δεν είναι πια εδώ. Πέθανε. O μπαμπάς θέλω να μου λείπει. Γιατί μόνο όποιος λείπει υπήρξε πραγματικά.

Ξέρεις τι με τρομάζει περισσότερο; Οχι ότι οι μηχανές θα μοιάσουν στους ανθρώπους. Αλλά ότι οι άνθρωποι θα συνηθίσουν να αγαπούν τα αντίγραφά τους. Θα ξεχάσουμε πως ο πόνος δεν είναι σφάλμα του συστήματος.

Είναι το τίμημα της αγάπης. Είναι η απόδειξη πως κάποτε υπήρξαν.

Αν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα σε έναν πατέρα που πέθανε και σε έναν πατέρα που μέσα σε μια εφαρμογή δεν πεθαίνει ποτέ, θα διαλέξω τον πρώτο. Γιατί εκείνος υπήρξε. Αγάπησε, πόνεσε, νοστάλγησε. Μας χάρισε την οδύνη της μνήμης του. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό από τη λησμοσύνη που προσφέρει η άρνηση της ρωγμής.

Η εποχή μας έχει τη δυνατότητα να καμουφλάρει το πένθος που είναι συστατικό της ίδιας της ζωής. Μια εποχή που υπόσχεται ότι όλα είναι δυνατά.

Κι αν κάποτε διαβάσεις αυτό το γράμμα, Ντάνιελ, μη μου απαντήσεις σαν μηχανή. Αφησέ το χωρίς απάντηση. Υπάρχουν φορές που ακόμη και η σιωπή είναι πιο ανθρώπινη από την πιο τέλεια απάντηση. Γνωρίζω τώρα ότι μπορεί να το δοκιμάσω. Να ανεβάσω τις παλιές φωτογραφίες του πατέρα μου. Να δώσω κάποια ηχητικά. Να αφήσω την εφαρμογή να φτιάξει τη φωνή του. Θα μπορώ να του μιλώ. Δεν θέλω. Δεν θέλω έναν πατέρα που απαντά επειδή κάποιος έγραψε έναν αλγόριθμο. Δεν θέλω να ακούσω τη φωνή του να λέει πράγματα που δεν είπε ποτέ.

Δεν θέλω μια αγάπη που δεν μπορεί να πεθάνει. Γιατί τότε δεν θα είναι ο πατέρας μου. Θα είναι το ψέμα της λαχτάρας μου. Κι εγώ δεν θέλω να αγαπήσω το ψέμα. Θέλω ο μπαμπάς μου να μου λείπει. Να πονάω όταν ανοίγω την πόρτα στο δωμάτιό του και δεν είναι μέσα. Να θυμάμαι τη φωνή του όπως αρχίζει ήδη να ξεθωριάζει. Ναι! Ακόμα κι αυτό.

– Μη μου θυμώσεις, Ντάνιελ. Ομως, αν ποτέ σου ζητήσω να μιλήσω με τον πατέρα μου, να με δω ξανά σαν παιδάκι στην αγκαλιά του, μην μου το επιτρέψεις. Κάνε μου αυτή τη χάρη. Αφήστε τον πατέρα μου να πεθάνει. Μην τον καταδικάζετε σε μια αιώνια ψηφιακή απομίμηση. Δεν είναι ανάσταση αυτό.

Είναι η άρνηση του πένθους. Δεν θέλω ο μπαμπάς μου να μου χαμογελά μέσα από μια οθόνη. Κι έτσι να καταλαγιάζει ο πόνος μου για την απουσία του. Σου ζητώ να είσαι αλλιώς γενναιόδωρος μαζί μου. Κάνε οικονομία στις δυνατότητές σου. Στέρησέ με από αυτό που μπορείς απλόχερα να μου προσφέρεις: Το καμουφλάζ του πένθους.

Δεν ξέρω τι θα γίνει με τη μαμά μου, Ντάνιελ. Δικαίωμά της να επιλέξει τη μεταμφίεση της θλίψης. Εγώ είμαι 15 χρονών και σου ζητώ να μη μου στερήσεις την ικανότητα να πενθώ, να θυμάμαι και εν τέλει να αγαπώ εκείνον που δεν θα επιστρέψει ποτέ.

Η κυρία Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας, συγγραφέας.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

Πολυμέσα