Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026  15:51:56

Γιώργος Βέλτσος: Η παράξενη λογική της Αν Κάρσον

Σκέψεις γύρω από το περιεχόμενο, το υπόβαθρο και τις διασυνδέσεις της ποίησης της νομπελίστριας Λογοτεχνίας 2026.

«Οτιδήποτε νιώθεις

σε αποσυντονίζει. Το να σε δουν

να νιώθεις οτιδήποτε, σε

ξεγυμνώνει. Αν σε τσακώσουν πάνω

στην απόλαυση ή τον πόνο δεν

έχει σημασία. Αναρωτιέσαι τι

θα κάνουν, ποια νέα

δύναμη θα αποκτήσουν αν με δουν

έτσι γυμνή. Αν σε δουν

να νιώθεις ιδέα δεν έχεις

τι. Δεν έχει να κάνει μ' αυτούς.

Το ότι φαίνεσαι είναι το τίμημα»

Αν Κάρσον, από το Red Doc>

Φαίνομαι κι εγώ σ' αυτό το οιονεί βιβλίο που γράφεται σε συνέχειες στο «Βήμα», να διατυπώνω μια εξίσου οιονεί θεωρία για το τι είναι αυτό που αρρωσταίνει την κοινωνία (κατάθλιψη) και ξετρελαίνει τους πολιτικούς (μεγαλομανία). Και το προσπαθώ με γλώσσα που, ψελλίζοντας, ορθοφωνεί. Ή, για να το πω λακανικά, με ένα λα – λα – λα της lalangue που «μιλάνε» τα μωρά πριν μιλήσουν.

Ξέρω πως ό,τι γράφω πρέπει να δίνεται με τον τρόπο της «καθομιλουμένης», δηλαδή φτωχά και αγγλικά. Κυρίως να εντάσσεται στο σλόγκαν της εποχής («Είναι η οικονομία, ηλίθιε») και ό,τι το προϊδεάζει ως ισχυρή διατύπωση: «Η αλήθεια είναι αντιστοιχία πράγματος και νοήματος».

Γιατί, αυτό που μας έχει φάει, είναι η μαρμάγκα της δήθεν επαλήθευσης και τακτοποίησης των πάντων. Το κοινωνικό ξεκινάει από το άτακτο ασυνείδητο πριν μεταβολισθεί σε φρόνιμη συνείδηση και Νόμο. Στο ενδιάμεσο θα χρειαστεί η παράξενη λογική της Αν Κάρσον: το να την τσακώνουν πάνω στην απόλαυση ή τον πόνο, δεν έχει σημασία. Το τίμημα είναι ότι «φαίνεται». Θα πρόσθετα: «και ό,τι φαίνεται». Δηλαδή, πολύ λίγα.

Κοίλο κάτοπτρο

Η Κάρσον είναι ένα τέρας (ο Γηρυόνης) κατά βούληση. Μια λυσσασμένη γάτα της φρόνησης. Το κοίλο κάτοπτρο που ο φρόνιμος Ασμπερι βλέπει τα μούτρα της. Κάποια, που ενώ επιλέγει τη συνόλιση (αρχαίος μύθος – μοντέρνα ποίηση) την ίδια στιγμή την αποκλείει, διότι πάντα κάτι ξεφεύγει απ' την ταυτιστική λογική μας. Και αυτή η sui generis ρομαντική όσο και κυνική σκέψη, ούτε οργανώνεται ούτε συνολίζεται: εμπαίζει. Ενώ, φέρ' ειπείν, έχει ανάγκη και τον ατζέντη της και τον παραγωγό και τον εκδότη της, την ίδια στιγμή τους απορρίπτει. (Το Νόμπελ το απέρριψε μόνον ο Σαρτρ.)

Θα ήθελα, λοιπόν, να δείξω – όχι σε συνέχειες, όπως η Σεχραζάτ τις νύχτες της με τον Σουλτάνο, αλλά με μια μονοκοντυλιά – το «ανάλογο» σε ένα ανέκδοτο ποίημα της Ευγενίας Βάγια, η οποία σεμνύνεται όταν της μιλώ για αναλογία – τηρουμένων των αναλογιών:

«Φιλοδοξούσα να πειθαρχήσω στη σιωπή

επιμηκύνοντας με ανάσες μόνο

το διάφανο κομπολόι

Τόσο αθόρυβη και άδεια ονειρευόμουν τη ζωή μου

Ιδια με εξωσκελετό μετά την έκδυση του εντόμου

Ομως το στόμα με συνδέει,

όλη την ώρα με συνδέει και με διακόπτει»

Η Κάρσον, πάλι, σε ένα ποίημα που μετέφρασε ο άνθρωπος στον οποίο, τουλάχιστον εγώ, οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο της – ο Χάρης Βλαβιανός –, δίνει τον τίτλο:

«Επιτύμβιο: κακό»

«Για να συλλάβεις τον ήχο,

πάρε όλα όσα δεν είναι ήχος

και πέταξέ τα

Σ' ένα πηγάδι, άκου.

Στη συνέχεια πέταξε τον ήχο.

Ακου τη διαφορά

Να κομματιάζεται»

Η λάβα του ανείπωτου

Τα ακατάτακτα – ακατάπαυστα – κείμενά μου στο «Βήμα» απευθύνονται, όπως η ποίηση της Κάρσον, σε όσους «πέταξαν» όλα τους τα πράγματα (από το γραφείο) στο «πηγάδι» (της ποίησης) και ύστερα, αφού άκουσαν τον ήχο τους – πλαφ – από το βάθος, πέταξαν και τον ήχο μέσα, για να ακούσουν τη διαφορά: εκείνο που δεν μπορεί να γραφτεί, χωρίς ωστόσο να παύει να υπάρχει. Τον ήχο της νιφάδας στο χιόνι ή τον ήχο της λάβας καθώς πετρώνει κάτω από το ηφαίστειο.

Αυτοί και μόνον επιστρέφουν στη μαγματική φύση του ανθρώπου: δηλαδή στο φυσικό τήγμα των πετρωμάτων από τα οποία εγείρονται τα οικοδομήματα του νου, οι καθεδρικοί και τα έπη του. Γιατί ο νους οικοδομεί, αλλά τα υλικά του δεν είναι ποτέ εντελώς στερεά. Κάτω από κάθε οικοδόμημα εξακολουθεί να κινείται η λάβα του άμορφου, του ασύντακτου, του ανείπωτου.

Είναι «τα ποιήματα του νου», όπως γράφει ο Γουάλας Στίβενς, που πηγαίνουν «απ' την ασυναρτησία του ποιητή στην ασυναρτησία της κοινής γλώσσας» και τ' ανάπαλιν. Είναι ασφαλώς «το φωτεινό φτερούγισμα ή η περισυλλογή μιας συννεφιασμένης ημέρας. Να υπάρχει άραγε ένα ποίημα που δεν φτάνει ποτέ ως τις λέξεις;».

Η Κάρσον, ξέρει: «"Ξεκίνα από τη μέση", είναι ο μόνος κανόνας για τη συγγραφή που έχω». «Αφησέ το στη μέση» θα πρότεινα για το γραπτό μου στον εαυτό μου, αν τολμούσα να συγκροτηθώ – συγκρατηθώ...

Υστερόγραφο
Μια σημαντική υποσημείωση. Είμαι της γνώμης ότι μαζί με την Αν Κάρσον η Επιτροπή του Νομπέλ χωρίς ίσως να το επιδιώκει, τίμησε και την άλλοτε κραταιά γαλλική φιλοσοφία:

Τον Φουκό, διότι τόσο η Κάρσον, μέσα από την υβριδική, «ανυπάκουη» φόρμα των δοκιμίων της, όσο και ο Φουκό, μέσα από την αποδόμηση των θεσμών εξουσίας και την ανατρεπτική χρήση του Μπόρχες, αντιτίθενται στις πειθαρχικές επιταγές των κατηγοριοποιήσεων.

Τον Ντελέζ, διότι και η Κάρσον «απεδαφικοποιεί», κατά κάποιον τρόπο, τους αρχαιοελληνικούς μύθους – όπως εκείνους του Γηρυόνη και του Ηρακλή –, απογυμνώνοντάς τους από το παραδοσιακό τους περίβλημα και μετατρέποντάς τους σε ρευστά, σύγχρονα βιώματα. Η Κάρσον, επιπλέον, ενσαρκώνει την ντελεζιανή έννοια του «ριζώματος» στο έργο της Float(2016): ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε χωρίς δεμένη ράχη, αποτελούμενο από 22 ανεξάρτητα φυλλάδια μέσα σε διάφανη θήκη, τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει με οποιαδήποτε σειρά. Ετσι, καταργείται η γραμμικότητα, ενώ παράλληλα διαρρηγνύονται τα σύνορα ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη – την ποίηση, το δοκίμιο, τη μετάφραση –, δημιουργώντας αυτό που ο Ντελέζ θα ονόμαζε «κειμενικά συναρμολογήματα».

Τον Ντεριντά, με τον οποίο η Κάρσον συναντάται μέσα από δύο κεντρικά ζητήματα: την «απορία του πένθους» και την «αδυναμία της μετάφρασης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Nox, στη ραχοκοκαλιά του οποίου βρίσκεται το ποίημα 101 του Κάτουλλου, γραμμένο από τον ρωμαίο ποιητή για τον θάνατο του αδελφού του. Η δαιμόνια Κάρσον επιχειρεί να μεταφράσει αυτό το ποίημα ξανά και ξανά, λέξη προς λέξη, σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου.

Οσο για την περιβόητη «διολίσθηση του νοήματος», η Κάρσον την αποδέχεται και, ποιητική αδεία, εμπαίζει την ακαδημαϊκή αξίωση της νοηματικής «σταθεροποίησης». Αφιερώνει σελίδες επί σελίδων στην ανάλυση μίας και μόνο λατινικής λέξης, αναδεικνύοντας την αδυναμία οποιασδήποτε αγγλικής λέξης να αποδώσει με ακρίβεια το πλήρες βάρος του πόνου. Η προσπάθειά της να μεταφράσει τον Κάτουλλο καθρεφτίζει, παράλληλα, τη δική της ανάγκη να κατανοήσει τη ζωή του αδελφού της – έστω και προσχηματικά, αφού εκείνο που επιχειρεί να ελέγξει είναι οι ίδιες οι δυνατότητες της γραφής απέναντι στην απώλεια. Αυτή η «αποδομητική» προσέγγιση ανατρέπει, τέλος, τα δεδομένα και στο Antigonick, όπου η Κάρσον ξαναγράφει την Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

Πολυμέσα