Χαρίδημος Τσούκας: Μεγάλος ηγέτης, κακός κυβερνήτης

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν διαθέτουμε ακόμη ολοκληρωμένη βιογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου, στο πρότυπο των βιογραφιών πολιτικών ηγετών στις ΗΠΑ, όπως λ.χ. αυτή του Ρόμπερτ Κάρο για τον Λίντον Τζόνσον.

Απουσιάζει η μεγάλη ματιά που συνδέει, στη διαχρονία τους, τη διαμόρφωση της προσωπικότητας, τις ιστορικές περιστάσεις και τις πολιτικές αποφάσεις.

Ωστόσο, από τις διαθέσιμες βιογραφίες ξεχωρίζουν αυτή του πολιτικού επιστήμονα Σπύρου Δραΐνα («Ανδρέας Παπανδρέου. Η γέννηση ενός πολιτικού αντάρτη», 2013, Ψυχογιός) και του πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα Μοντήγκλ Στερνς («Ανδρέας Παπανδρέου: Το αίνιγμα», 2021, Εστία). Ο Στερνς αφενός γνώριζε προσωπικά τον Ανδρέα και την οικογένειά του από την Καλιφόρνια, αφετέρου διατηρεί τη ματιά του ξένου που, καθότι εκπλήσσεται με όσα παρατηρεί, βλέπει με αυξημένη διαύγεια.

Την περιέργεια του Στερνς κινεί η «δυαδική φύση» του Ανδρέα – η σύγκρουση ανάμεσα στην ελληνική και στην αμερικανική νοοτροπία του. Δεν ήταν η μόνη. Ο Ανδρέας βίωσε διάφορες εσωτερικές συγκρούσεις, με πιο σημαντική αυτή με τον πατέρα του. Η εγκατάλειψη της οικιακής εστίας από τον Γεώργιο Παπανδρέου ήταν τραυματική εμπειρία για τον δεκάχρονο Ανδρέα.

Η σχέση πατέρα – γιου ήταν απόμακρη και, συγχρόνως, πατερναλιστική. Ο πατέρας έδινε επιτακτικές συμβουλές στον γιο, συνοδευόμενες συχνά από επικρίσεις. Ο γιος, όπως αναφέρει ο Νίκος Παπανδρέου («Ανδρέας Παπανδρέου: Η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης», 2003, Καστανιώτης), «ίσως κουβαλούσε μέσα του στοιχεία εγκατάλειψης και "χαμηλής εκτίμησης" του ίδιου του εαυτού του», γεγονός που, πιθανότατα, δημιούργησε, αφενός την υπερπροσπάθεια για ακαδημαϊκή και, στη συνέχεια, πολιτική διάκριση, αφετέρου ψυχική ανασφάλεια και ανάγκη να περιβάλλεται από «yes-men».

Η επιστροφή του Ανδρέα στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στην Αμερική, για να εμπλακεί στην πολιτική, έπειτα από επίμονες εκκλήσεις του πατέρα του, ο οποίος τον προόριζε για διάδοχο, ήταν η ευκαιρία να αποδείξει στον πατέρα τις ικανότητές του. Ο ριζοσπαστικός λόγος του πριν από τη δικτατορία, εκτός από πολιτικά, είχε και ψυχικά αίτια: να ξεπεράσει ο γιος τον πατέρα σε πολιτική αποφασιστικότητα. Η μεσσιανική σχέση που, αργότερα, ανέπτυξε ο χαρισματικός Ανδρέας με τον εξιδανικευμένο «λαό» ήταν, εν μέρει, η ναρκισσιστική απόπειρά του να κερδίσει αυτό που δεν πήρε από τον πατέρα – την απροϋπόθετη αποδοχή. Ποθούσε να τον αγαπούν.

Η ψυχική ανάγκη του για αποδοχή, η σχηματική-απλουστευτική σοσιαλιστική γλώσσα του, αλλά και η σωτηριολογική πολιτική κουλτούρα της πρώιμης Μεταπολίτευσης ευνόησαν τη ροπή του Ανδρέα στον λαϊκισμό. Ρητορικό απομεινάρι της ταραγμένης δεκαετίας του 1960, ο «κυρίαρχος λαός» παρέμεινε το σημείο αναφοράς του, όχι οι κρατικοί και πολιτικοί θεσμοί. Τον ενδιέφερε περισσότερο η «εδώ-και-τώρα» ικανοποίηση «λαϊκών αναγκών» από τον μακροχρόνιο εκσυγχρονισμό της οικονομίας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν πολιτικός «ποιητής», αλλά δεν είχε τα κότσια που απαιτούσε η Αλλαγή. Ηταν μια τεράστια χαμένη ευκαιρία για τη χώρα.

Ο συγκρουσιακός λόγος του, διαμορφωμένος σε περιόδους πολιτικής ανωμαλίας, εξακολουθούσε να συντηρεί τον ρόλο του ως προστάτη του «λαού». Ο σοσιαλιστικός λαϊκισμός προσέλαβε χαρακτήρα «κοινωνικά προοδευτικού εθνικισμού» (Δραΐνας), δίνοντας έμφαση σε: ιδιόρρυθμα «ανεξάρτητη» εξωτερική πολιτική, επιζήμια δυσπιστία στις μεγάλες επιχειρήσεις, ανάδειξη κομματικά διαπλεκόμενης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, μα και στην απαρχή δημιουργίας κοινωνικού κράτους και την ανάπτυξη της περιφέρειας, έστω με ευρωπαϊκά κονδύλια και δανεισμό.

Αν και, αρχικά, εκσυγχρονιστής οικονομολόγος, με βιωματική γνώση της λειτουργίας ανεπτυγμένων χωρών (Αμερική, Καναδάς, Σουηδία), ο λαϊκισμός του δεν του επέτρεψε να δώσει την πρέπουσα σημασία στην ανάταξη των θεσμών – το μείζον πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Οι μεταρρυθμιστικές εκλάμψεις του συμπορεύτηκαν με την αποδοχή της παλαιοκομματικής νοοτροπίας την οποία ήθελε να αλλάξει: πελατειασμός, σαθρό κράτος, δυσπιστία στους θεσμούς, κυβερνητική χειραγώγηση θεσμών, διχαστικός λόγος. «Αν θέλεις να νικήσεις το σύστημα, πρέπει να πας με τα νερά του», είπε κάποτε στον Στερνς. Εγινε τόσο πολύ μέρος του συστήματος, που δεν μπόρεσε να βγει από τον φαύλο κύκλο στον οποίο εμπλέκεται κάθε μεταρρυθμιστής: για να αλλάξεις το σύστημα πρέπει να το χρησιμοποιήσεις. Χρειάζεσαι, όμως, την αυτοπειθαρχία του Οδυσσέα για να αντισταθείς στις Σειρήνες.

Οχι μόνο δεν την είχε αλλά, μετά το 1985, έπαψε να προσπαθεί να κυβερνά – τα «ψιλοπαράτησε», είχε πει ο Θεόδωρος Πάγκαλος («Βήμα», 24/11/2008). Ο συνδυασμός κόπωσης, φόβου του θανάτου και ψυχικής επιβάρυνσης σε έναν διαλυμένο γάμο, υπέσκαψε τη σωματική και ψυχική υγεία του. Οπως υπογραμμίζουν ο Νίκος Παπανδρέου και ο Στερνς, η διακυβέρνηση έπαψε να τον ενδιαφέρει. Ενώ η πολιτική σύγκρουση τον ενθουσίαζε, με τη διακυβέρνηση έπληττε. Επωφελήθηκαν οι αυλοκόλακες, ενώ το θεσμικά ανώριμο κόμμα του έμεινε απλός παρατηρητής. Το 1993, πιο ώριμος, επανήλθε ως πρωθυπουργός, ενεργοποιώντας μεταρρυθμιστικά ένστικτά του. Ηταν, όμως, αργά – δεν είχε ούτε την υγεία ούτε το κουράγιο.

Η πειστικότερη εξήγηση είναι του Στερνς: Ο Ανδρέας ήταν «ρηχός στις πεποιθήσεις του». Οπως ο νεανικός τροτσκισμός εύκολα αντικαταστάθηκε από τη φιλελεύθερη οικονομική σκέψη, τα μεταρρυθμιστικά του ένστικτα γρήγορα υπονομεύθηκαν από τις εσωτερικές συγκρούσεις του, την απόλαυση της εξουσίας και, τελικά, την αδιαφορία για τα καθήκοντά του. Ηταν πολιτικός «ποιητής» και γοητευτικός δημαγωγός, αλλά δεν είχε τα κότσια που απαιτούσε η Αλλαγή. Ηταν υπέροχο μυαλό, μεγάλος ηγέτης, κακός κυβερνήτης. Το σημαντικότερο: ήταν μια τεράστια χαμένη ευκαιρία για τη χώρα.

*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline