«Αυτό που γίνεται από τη Βόρεια Αφρική και τη Λιβύη είναι μια επιχείρηση εισβολής μεταναστών στην Ευρώπη». Με αυτά τα λόγια ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, περιέγραψε τις προάλλες στη Βουλή την κατάσταση που επικρατεί στα θαλάσσια σύνορα νοτίως της Κρήτης. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και φυσικά είναι αυτοί που οδήγησαν την κυβέρνηση στο να λάβει τα έκτακτα μέτρα διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών: Δημιουργία κλειστής δομής στην Κρήτη, αναστολή εξέτασης αιτημάτων ασύλου και κράτηση για όσους τους απορρίπτεται η αίτηση.
Δύο εβδομάδες πριν, αποκαλυπτόταν πως από την αρχή της χρονιάς στην Κρήτη είχαν φτάσει περισσότεροι από 7.000 παράνομοι μετανάστες. Χρειάστηκαν μόνο λίγες ημέρες και οι αριθμοί εκτοξεύτηκαν, φτάνοντας έως την περασμένη Πέμπτη τους 9.800. Τα δημογραφικά στοιχεία, όμως, είναι αυτά που προκαλούν πολλά ερωτήματα, αφού σχεδόν το 95% όσων καταφτάνουν είναι άνδρες ηλικίας 18-35 ετών.
Χώρες χωρίς πόλεμο
Από το παραπάνω σύνολο, το 80%-85% των αφίξεων προέρχεται από χώρες οι οποίες δεν βιώνουν πόλεμο, όπως η Αίγυπτος, το Μπανγκλαντές και το Πακιστάν. Ολοι αυτοί, σε ποσοστό 98%, βλέπουν τις αιτήσεις ασύλου που καταθέτουν να απορρίπτονται. Μπορεί το τελευταίο διάστημα οι αριθμοί των Σουδανών να έχουν αυξηθεί, αλλά και πάλι δεν έχουν ξεπεράσει τα 1.500 άτομα. Αυτό το σκηνικό διαμορφώνει δύο δεδομένα.
Από τη μία μόνο οι Σουδανοί είναι αυτοί που διαθέτουν «προσφυγικό προφίλ» αφού προέρχονται από εμπόλεμη ζώνη, ενώ το υπόλοιπο 85% περίπου βλέπει τις αιτήσεις του να απορρίπτονται, κάτι που σημαίνει πως από το σύνολο των 9.800 σχεδόν περίπου οι 8.000 δεν δικαιούνται να παραμένουν στη χώρα και θα πρέπει να επιστρέψουν στη χώρα προσέλευσής τους.
Ενα από τα βασικά ερωτήματα που τίθενται, βλέποντας τα δημογραφικά στοιχεία, είναι γιατί οι Σουδανοί, ενώ κατακλύζουν κατά εκατομμύρια τη Λιβύη με την οποία μοιράζονται χερσαία σύνορα στην έρημο, δεν είναι αυτοί που υπερψηφούν στα σαπιοκάραβα που διασχίζουν τη Μεσόγειο. «Την απάντηση αυτή πρέπει να τη δώσουν οι λαθροδιακινητές», λένε με νόημα στελέχη του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, με την πιο εύλογη εξήγηση να έγκειται στο ότι οι Σουδανοί είναι αυτοί που δυσκολεύονται, λόγω της κατάστασής τους, να ανταποκριθούν στο ύψος της ταρίφας που έχουν θέσει τα κυκλώματα των δουλεμπόρων.
Σημεία αναχώρησης
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (IOM) στη Λιβύη, μόνο την εβδομάδα από 29 Ιουνίου έως 5 Ιουλίου 2025 συνολικά 397 μετανάστες αναχαιτίστηκαν και επαναπροωθήθηκαν στη Λιβύη, κυρίως σε περιοχές όπως η Τρίπολη, η Ζουάρα, η Σαμπράτα και η Ντέρνα. Οι τοποθεσίες αυτές λειτουργούν ως βασικά σημεία αναχώρησης μεταναστών που προσπαθούν να διασχίσουν την Κεντρική Μεσόγειο προς την Ευρώπη. Από τις αρχές του 2025, ο αριθμός των μεταναστών που έχουν αναχαιτιστεί και επιστραφεί στη Λιβύη ανέρχεται ήδη σε 11.923 άτομα, εκ των οποίων 10.281 είναι άνδρες, 1.103 γυναίκες και 394 παιδιά, ενώ για 145 άτομα δεν υπάρχουν διαθέσιμα δημογραφικά στοιχεία.
Η σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια δείχνει ότι το φαινόμενο κλιμακώνεται. Το 2024, συνολικά 21.762 μετανάστες επαναπροωθήθηκαν στη Λιβύη, με 665 καταγεγραμμένους θανάτους και 1.034 αγνοούμενους. Το 2023 οι αριθμοί ήταν εξίσου δραματικοί: 17.190 άτομα επαναπροωθήθηκαν, με 962 νεκρούς και 1.536 αγνοούμενους. Ο ΔΟΜ τονίζει πως η Λιβύη δεν θεωρείται ασφαλής χώρα για μετανάστες, ενώ υπογραμμίζει ότι τα δεδομένα των θαλάσσιων επιχειρήσεων προέρχονται από αρχικές αναφορές και υπόκεινται σε συνεχή αναθεώρηση.
Η κατάσταση που διαμορφώνεται στα νότια θαλάσσια σύνορα της χώρας, με φόντο τη Λιβύη και τις ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές, δεν αποτελεί απλώς ένα ανθρωπιστικό ή διαχειριστικό ζήτημα. Συνιστά μια πολύπλευρη κρίση, στην οποία εμπλέκονται οργανωμένα κυκλώματα, εκατομμύρια ευρώ και πολιτικές σκοπιμότητες.


