Η Ελλάδα δεν θέλει έναν νέο ΟΗΕ ανταγωνιστικό στον υπάρχοντα - Το θέμα της Γροιλανδίας μπορεί να επιλυθεί με καλή διάθεση και στο πλαίσιο των υφιστάμενων συνθηκών που διέπουν τις σχέσεις της Δανίας με τις ΗΠΑ,τόνισε ο πρωθυπουργός προσερχόμενος στην άτυπη σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες.
Τα δεδομένα του τελευταίου καιρού με επίκεντρο τον Ντ.Τραμπ και τα σχέδια του για τη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη , τη Γροιλανδία και την Ουκρανία- Ρωσσία (με προθυμότατο σύμμαχο του τον Βλ.Πούτιν) δείχνουν να είναι και δυσάρεστα,, ανησυχητικά. Η Αθήνα αντιμετωπίζει με αμηχανία τον «τυφώνα Τραμπ», σε αντίθεση με τους πρόθυμους-υποτακτικούς γείτονες στα πάντα, την Τουρκία αλλά και την Αλβανία Με σταθερότητα η Ελλάδα στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συνεπής με ενιαία στάση όπως στο θέμα του θιάσου τω ν 19, του «νέου ΟΗΕ»από τον Τραμο ..
Σε χαμηλό και αμήχανο επίπεδο βρίσκονται σήμερα οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις; Αν κανείς βασιστεί σε όσα ανά τακτά χρονικά διαστήματα μεταδίδει η πολιτική ηγεσία στην Αθήνα, η απάντηση είναι «άριστες, καλύτερες από ποτέ». Για παράδειγμα, το έμπρακτο ενδιαφέρον των πλέον ισχυρών αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών ως προς την εκμετάλλευση των θαλάσσιων τεμαχίων σε Ιόνιο, δυτικά και νότια της Κρήτης ενισχύει την εν λόγω άποψη. Η διακρατική συνεργασία στον τομέα της ενέργειας δύναται, πράγματι, να θωρακίσει εν γένει τη γεωπολιτική θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η έλευση της πρεσβευτού Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στη χώρα προσέδωσε, επίσης, νέα δυναμική στο διμερές ισοζύγιο, ειδικά καθώς συνοδεύτηκε με την παρουσία δύο σημαινόντων υπουργών της κυβέρνησης Τραμπ στην ελληνική πρωτεύουσα, καθώς και τις υπογραφές των συμφωνιών ενεργοποίησης του Κάθετου Διαδρόμου ώστε να πολλαπλασιαστούν οι ποσότητες αμερικανικού αερίου με τελικό προορισμό την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Παραλλήλως, ενεργοποιήθηκε ξανά το σχήμα 3+1 (Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ υπό την αιγίδα των ΗΠΑ) σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας.
Ελληνική αμηχανία μπρος στον «τυφώνα» Τραμπ
Αναγόμενες, όμως, στο στενότερο πολιτικό – διπλωματικό πλαίσιο, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις μοιάζουν μάλλον στάσιμες, αν όχι «παγωμένες». Για την Ουάσιγκτον, φυσικά, η Αθήνα παραμένει ένας εκ των δύο ισχυρών πυλώνων της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ – αλλά ο αμερικανός πρόεδρος δεν ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως ούτε για το μέλλον της δυτικής συμμαχίας, πολλώ δε μάλλον για την εν λόγω πτυχή του δεσμού με την Ελλάδα.
Κατά γενική ομολογία, η Αθήνα αντιμετωπίζει με αμηχανία τον «τυφώνα Τραμπ» και τις επιπτώσεις του στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Η στάση του πρωθυπουργικού επιτελείου και μιας σειράς πρόθυμων υπουργών έναντι της αμερικανικής επέμβασης στη Βενεζουέλα – μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στην τήρηση των βασικών αρχών της διεθνούς νομιμότητας και την ανησυχία πρόκλησης της οργής του Λευκού Οίκου – αντανακλά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σκεπτικό που επικρατεί στην κυβέρνηση: είναι καλό να είμαστε αγαπημένοι με τους Αμερικανούς. Είναι όμως εξίσου καλό να μείνουμε μακριά από τα ραντάρ τους.
Ο στρατηγικός διάλογος
Η πραγματικότητα είναι ότι τους τελευταίους μήνες η ελληνοαμερικανική συνεργασία βρίσκεται σε τέλμα. Η διεξαγωγή του στρατηγικού διαλόγου, ο οποίος προγραμματιζόταν αρχικά στα μέσα του 2025, σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, παραμένει ακόμα στον «αέρα», ενώ σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος» μεταξύ των δύο πλευρών δεν υπάρχουν επαφές ούτε ως προς την αναζήτηση πιθανών ημερομηνιών ούτε περί της ατζέντας.
«Πρώτα πρέπει να καταλήξουμε στην ημερομηνία και μετά να ξεκινήσει η συζήτηση για τη θεματολογία» λέει πηγή με άμεση γνώση της διαδικασίας, προσθέτοντας ότι ενώ η εγκατάσταση της κυρίας Γκίλφοϊλ προμήνυε την προώθηση του στρατηγικού διαλόγου, τελικά το ζήτημα ατόνησε. Παρ' όλα αυτά, στην Αθήνα επικρατεί αισιοδοξία, αλλά και προσμονή, ότι ο κ. Ρούμπιο θα περάσει εντός του πρώτου τριμήνου του 2026 το κατώφλι του υπουργείου Εξωτερικών, ενδεχόμενο όμως που δεν φαντάζει ιδιαιτέρως πιθανό.
Ο σχετικά μετριοπαθής επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας έχει αναλάβει σειρά άλλων υποχρεώσεων, ενώ σε αυτή τη συγκυρία οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δεν απασχολούν ιδιαιτέρως το προεδρικό περιβάλλον. Εν τω μεταξύ, εντός του 2026, Αθήνα και Ουάσιγκτον καλούνται να ανανεώσουν την πενταετή συμφωνία αμυντικής συνεργασίας (MDCA), η οποία βεβαίως δεν σχετίζεται άμεσα με τον στρατηγικό διάλογο. Πάντως, οι επαφές χαμηλόβαθμων ελλήνων και αμερικανών αξιωματούχων συνεχίζονται, όπως συμβαίνει και σε ανώτερο επίπεδο μεταξύ της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου και στελεχών του Κογκρέσου.
Οι ανησυχίες της Αθήνας
Αντιθέτως, στην ελληνική πρωτεύουσα επικρατεί διακριτή ανησυχία ως προς μια αμερικανική παρέμβαση προκειμένου να διευθετηθούν είτε οι ελληνοτουρκικές διαφορές είτε εν γένει τα πολυμερή ζητήματα που απασχολούν χρονίως τα όμορα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου. Παρά την, κατά γενική ομολογία, έντονη πολυπλοκότητα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας – χωρίς μάλιστα άμεσα απτά οφέλη για τους Αμερικανούς –, εντός της κυβέρνησης καταγράφονται δύο απόψεις.
Σύμφωνα με την πρώτη, την οποία εκφράζει στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας με εμπειρία στην εξωτερική πολιτική, «η ανασφάλεια είναι εύλογη. Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να δει την περιοχή ως ακόμα μια ευκαιρία να εμφανιστεί ως "ειρηνοποιός". Αυτό όμως που προκαλεί την ανησυχία είναι ότι εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει αυτή η πρωτοβουλία» λέει ο ίδιος, επισημαίνοντας πάντως ότι η Αθήνα δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα και να παρουσιάζεται ως «κράτος- πελάτης» (clientist), δηλαδή να εκφεύγει από τις βασικές αρχές της προκειμένου να ικανοποιήσει το θυμικό του αμερικανού προέδρου.
Κατά τη δεύτερη γραμμή, «δεν υπάρχει λόγος φόβου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν την Τουρκία στο δικό τους άρμα και γι' αυτό αναζητούν τρόπους να γεφυρώσουν τις διαφορές της Αγκυρας τόσο με την Αθήνα όσο και με το Τελ Αβίβ» επισημαίνει κομματικό στέλεχος, επίσης με μακρά πορεία στον τομέα των διεθνών σχέσεων, προσθέτοντας όμως ότι «αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχουν εύκολες και άμεσες λύσεις». Ο ίδιος συμφωνεί, πάντως, ότι μια τέτοια πρωτοβουλία «είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει ανεκτή όχι μόνο από την κυβέρνηση αλλά συνολικά από το πολιτικό σύστημα».
Εν μέσω πάντως αυτής της ιδιόρρυθμης κατάστασης, η κυβέρνηση προσεγγίζει και τρίτες δυνάμεις, με τις οποίες διατηρεί στρατηγική συνεργασία, ως μεταφορείς μηνυμάτων προς την Ουάσιγκτον. Αυτό έπραξε, δημοσίως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλώντας τον ισραηλινό ομόλογό του Μπενιαμίν Νετανιάχου να ενημερώσει τον Ντόναλντ Τραμπ για τις αρετές του σχήματος 3+1 στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο δε υπουργός Περιβάλλοντος Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος διατηρεί ανοικτή επικοινωνία με στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, έθεσε τα θεμέλια ενεργειακών συνεργειών με τη Σαουδική Αραβία, δύναμη με εγγύτητα στον αμερικανό πρόεδρο.


