Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026  06:01:08

Ο Τραμπ στην Κίνα, με κομμένα φτερά... Από τις μεγάλες φιλοδοξίες ηγεμονίας, και τον πρόεδρο Σι ως εχθρό, στις «σχέσεις συνεργασίας» των δύο μεγάλων χωρών. Κύριο

Ο περιορισμός των «γερακιών» κατά της Κίνας στον Λευκό Οίκο, το μείζον πρόβλημα του Ιράν και το διαρκές της Φορμόζας.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια ,από τα οποία απειλούσε την Κίνα για την Φορμόζα και τον παγκόσμιο ρόλο της, επέβαλε αυθαίρετα πέρυσι μεγάλους δασμούς για να τους πάρε σύντομα πίσω, ενώ και δεν πέρασαν πολλές εβδομάδες όταν σχεδίαζε και διέρρεε ένα ταξίδι εντυπώσεων στο Πεκίνο ως νικητής κατά της Ρωσσίας στην Ουκρανία και ως νικητής του πολέμου κατά του Ιράν ( συμμάχου και μεγάλης προμηθεύτριας χώρας της Κίνας σε μειωμένες τιμές πετρελαίου) αιχμάλωτης πλέον στις ΗΠΑ και χωρίς δυνατότητες για ηγεμονικό ρόλο του Πεκίνου στον χώρο της Ασίας. Όμως, τώρα τελευταία τα δεδομένα έχουν αλλάξει, εκείνα τα σχέδια έχουν ανατραπεί θα έλεγε κανείς.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στην Κίνα να βιάζει τη χώρα μας» έλεγε το 2016. Το 2019 αναρωτιόταν ποιός ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός των ΗΠΑ, ο Τζέι Πάουελ ή ο Πρόεδρος Σι;». Αυτά έλεγε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ενόψει όμως της σημερινής επίσκεψής στην Κίνα, αποκάλεσε τον πρόεδρο Σι, «καταπληκτικό άνθρωπο». Τι εξηγεί λοιπόν την αλλαγή στάσης του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του;

Είναι αλήθεια ότι ο Ντόναλντ Τραμπ στην πρώτη του θητεία είχε αφυπνίσει το αμερικανικό κατεστημένο όσον αφορά τους κινδύνους που εγκυμονούσε η ενδυνάμωση της Κίνας. Ο ίδιος ο Τζέικ Σάλιβαν, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας επί κυβερνήσεως Τζο Μπάιντεν θα παραδεχόταν ότι η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ διαμόρφωσε «μια στρατηγική που θα μας επέτρεπε να ανταγωνιζόμαστε αποτελεσματικά, ενώ παράλληλα να διαχειριζόμαστε αποτελεσματικά αυτόν τον ανταγωνισμό».

Ενώ λοιπόν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί συναίνεσαν έκτοτε σε μια αντικινεζική πολιτική, βλέπουμε ότι στη δεύτερη θητεία του ο Ντόναλντ Τραμπ να υιοθετεί μια εντελώς χαλαρή προσέγγιση.

Ενέκρινε την πώληση στην Κίνα ορισμένων προηγμένων ημιαγωγών της Nvidia, περιέκοψε βασικό προσωπικό στο Υπουργείο Εμπορίου που ασχολούνταν με τις τεχνολογικές απειλές από την Κίνα και μείωσε δραστικά το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, απολύοντας περισσότερους από δώδεκα ειδικούς για την Κίνα.

Επίσης άλλαξε στάση απέναντι στο TikTok, υπογράφοντας συμφωνία που επιτρέπει στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης να συνεχίσει να λειτουργεί στις ΗΠΑ, επιτρέποντας στη μητρική κινεζική εταιρεία ByteDance να διατηρήσει μερίδιο και έλεγχο του αλγορίθμου της.

Ο Τραμπ τη Δευτέρα εξέφρασε τον θαυμασμό για το πώς κυβερνά την Κίνα «με αρκετά σιδερένια πυγμή». Ο Τραμπ είπε επίσης ότι θα συζητήσει με τον Σι τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν όταν συναντηθούν, κάτι που θα παραβίαζε τη δεύτερη από τις «Έξι Διαβεβαιώσεις» προς την Ταϊβάν που καθορίζουν εδώ και δεκαετίες τις σχέσεις ΗΠΑ-Ταϊβάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του έγκριτου αμερικανικού περιοδικού Foreign Policy, η μεταστροφή του Ντόναλντ Τραμπ προκύπτει από έναν συνδυασμό προσωπικότητας, πραγματισμού και προτεραιοτήτων.

Παραμέρισε τα «γεράκια»

Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ της στρατηγικής απέναντι στην Κίνα στην πρώτη και στη δεύτερη θητεία του Τραμπ δεν περιορίζεται μόνο στην Κίνα και αφορά τις αλλαγές στον τρόπο διακυβέρνησης του Τραμπ. Ο Τραμπ Νο2 έχει γίνει πιο συγκεντρωτικός στη λήψη αποφάσεων απ' ό,τι στην πρώτη του θητεία, δίνοντας προτεραιότητα στην αφοσίωση έναντι της εξειδίκευσης και εμπιστευόμενος μόνο έναν στενό κύκλο συμβούλων (Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ), οι οποίοι βρίσκονται στο επίκεντρο διαπραγματεύσεων για Γάζα, Ουκρανία και Ιράν.

Η Κίνα είναι ο μόνος τομέας στον οποίο δεν έχουν εμπλακεί οι Γουίτκοφ και Κούσνερ, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να έχει αναλάβει τον ηγετικό ρόλο και να υποστηρίζει τη «σταθερότητα» και την «ισορροπία» μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. «Πρέπει να μειώσουμε το ρίσκο αλλά όχι να αποσυνδεθούμε», δήλωσε στην Wall Street Journal.

«Στην πρώτη θητεία, ο πρόεδρος επέβλεπε μια αρκετά "από τα κάτω προς τα πάνω" διαδικασία χάραξης πολιτικής, όπου άνθρωποι σε όλη την κυβέρνηση και τον Λευκό Οίκο πρότειναν κάθε είδους ιδέες σχετικά με την Κίνα σε όλο το φάσμα του ανταγωνισμού», δήλωσε ο Ντέιβιντ Φέιθ, πρώην αξιωματούχος στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. «Διοικεί τη δεύτερη κυβέρνηση διαφορετικά από ό,τι την πρώτη», είπε ο Φέιθ. «Νομίζω ότι αυτό ισχύει συνολικά και ισχύει και σε σχέση με την Κίνα.»

Παρότι ο Τραμπ εξακολουθεί να κρατά κάποια «γεράκια» απέναντι στην Κίνα σε υψηλές θέσεις της κυβέρνησής του, έχουν σε μεγάλο βαθμό παραγκωνιστεί και σιωπήσει, σημειώνει το περιοδικό. «Ένα παράδειγμα του πώς ο πρόεδρος στη δεύτερη θητεία του προσεγγίζει διαφορετικά την Κίνα σε σχέση με την πρώτη είναι ότι ο ανώτατος σύμβουλός του για την εξωτερική πολιτική και την εθνική ασφάλεια είναι ο Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος ήταν ίσως το πιο εύγλωττο και συνολικά σκληροπυρηνικό "γεράκι" της Ουάσινγκτον απέναντι στην Κίνα την τελευταία δεκαετία, αλλά ουσιαστικά ασχολείται με την Κίνα σε αυτή την κυβέρνηση με πολύ περιορισμένο, επιλεκτικό και σχεδόν άφωνο τρόπο», δήλωσε πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ.

«Ο Ρούμπιο είναι ταυτόχρονα πολύ σοβαρός και σκεπτόμενος σε ό,τι αφορά την Κίνα και πολύ σοβαρός ως προς το να είναι ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και υπουργός Εξωτερικών που θέλει και περιμένει ο Τραμπ», πρόσθεσε. «Πρέπει να είναι ο βοηθός που θέλει ο πρόεδρος».

Οι περιορισμοί στο Ιράν

Επιπλέον ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εμπλακεί σε έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή που του γύρισε μπούμπερανγκ και όπως υπογραμμίζει το περιοδικό η διατήρηση της «ειρήνης με την Κίνα καθίσταται έτσι επιτακτική. Όπως ζήτησε το 2017 από τον Σι να κάνει τη Βόρεια Κορέα να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα, έτσι τώρα αναμένεται να πιέσει τον Σι σχετικά με το Ιράν.

Μαζί του επίσης φέρνει περισσότερους από 12 Αμερικανούς επιχειρηματίες, μεταξύ αυτών ο διευθύνων σύμβουλος της Apple Τιμ Κουκ και ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla Ίλον Μασκ, των οποίων οι επιχειρήσεις έχουν εκτεταμένους δεσμούς με την Κίνα, ενώ αναμένονται μεγάλες ανακοινώσεις για κινεζικές αγορές αεροσκαφών Boeing και αμερικανικών αγροτικών προϊόντων.

Ο Τραμπ «πραγματικά προσεγγίζει αυτό το θέμα από την οπτική ενός επιχειρηματία», δήλωσε ο Γκράχαμ Άλισον, καθηγητής διακυβέρνησης και ιδρυτικός κοσμήτορας της Σχολής Κένεντι του Χάρβαρντ. «Βασικά θεωρεί ότι είμαστε αντίπαλοι, αλλά ταυτόχρονα έχουμε πολύ υψηλό βαθμό αλληλεξάρτησης και επομένως αυτή η αλληλεξάρτηση θα πρέπει να είναι αμοιβαία επωφελής.»
Ο Άλισον είπε ότι δεν αναμένει ο Τραμπ ή ο Σι να χρησιμοποιήσουν λέξεις όπως «προσέγγιση» ή «ύφεση», αλλά ότι «ίσως το αποκαλέσουν νέα συνεργασία ή την αρχή μιας όμορφης συνεργασίας.»

Απάντηση Κίνας

Ένας ακόμη παράγοντας που οδήγησε τον Τραμπ σε πιο ήπια προσέγγιση έναντι της Κίνας σύμφωνα με το Foreign Policy ήταν η αντίδραση του Πεκίνου στους δασμούς έως και 145% στην αρχή της δεύτερης θητείας του.

Αυτή τη φορά, όμως, η Κίνα αντέδρασε δυναμικά, επιβάλλοντας τον Απρίλιο ελέγχους εξαγωγών σε αρκετά μέταλλα σπάνιων γαιών, των οποίων κυριαρχεί στην παγκόσμια παραγωγή και τα οποία αποτελούν κρίσιμες πρώτες ύλες για πολλές τεχνολογικές και στρατιωτικές εφαρμογές από τις οποίες εξαρτώνται οι ΗΠΑ. Η επιθετική αυτή κίνηση οδήγησε σχεδόν αμέσως σε σειρά συνομιλιών που κορυφώθηκαν με χαλάρωση ορισμένων ελέγχων εξαγωγών με αντάλλαγμα το Πεκίνο να επαναφέρει άδειες εξαγωγής αυτών των κρίσιμων ορυκτών.

«Το γεγονός είναι ότι η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε σε μεγάλο βαθμό όταν το Πεκίνο απάντησε στους δασμούς της Ημέρας Απελευθέρωσης με το επιθετικό χαρτί των κρίσιμων ορυκτών», δήλωσε ο πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ. «Αυτό δημιούργησε, στη σκέψη του προέδρου και πολλών γύρω του, μεγάλη ανησυχία και την αίσθηση ότι πρέπει να κινηθούμε πολύ πιο προσεκτικά απέναντι στην Κίνα — και αυτό εξηγεί πολλά από όσα έγιναν τον τελευταίο χρόνο.»

Εξάλλου στην στρατηγική εθνικής ασφαλείας που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο ο Τραμπ αναγνωρίζει την Κίνα ως «σχεδόν ισότιμη δύναμη». «Αυτή η στρατηγική δίνει έμφαση στην αποχώρηση της Ουάσινγκτον από την προσπάθεια να κάνει τα πάντα, παντού και ταυτόχρονα, και αντ' αυτού στην προτεραιότητα σφαιρών επιρροής στο δικό της ημισφαίριο, κάτι που αποτυπώνεται στην απόφαση του Τραμπ να εισβάλει στη Βενεζουέλα στις αρχές του έτους και στις πληροφορίες για προσπάθειες αλλαγής καθεστώτος στην Κούβα» σημειώνει το περιοδικό.

«Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς γενικά την εξωτερική πολιτική του προέδρου είναι ότι επιλέγει μάχες που μπορεί να κερδίσει», δήλωσε ο Ράιαν Φεντασιούκ, συνεργάτης του American Enterprise Institute στην Ουάσινγκτον, ο οποίος προηγουμένως υπηρέτησε ως σύμβουλος ΗΠΑ-Κίνας στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατά την κυβέρνηση Μπάιντεν. «Η Κίνα δεν θεωρείται από αυτή την κυβέρνηση ως μια μάχη που μπορεί να κερδηθεί».

Τραμπ – Σι: Σκληρή διαπραγμάτευση για Ιράν, Ταϊβάν – Το στρατηγικό πλεονέκτημα της Κίνας

Για τον Ντόναλντ Τραμπ το βασικό θέμα συζήτησης είναι το Ιράν ενώ για τον Σι Τζινπίνγκ η Ταϊβάν – Ποια άλλα θέματα θα συζητήσουν.

Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στην επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο, την πρώτη από το 2017. Τι περιμένουμε από τη συνάντηση των αρχηγών των δύο υπερδυνάμεων; Τα βασικά θέματα είναι το Ιράν, η Ταϊβάν, το διμερές εμπόριο και οι οικονομικές σχέσεις.
Η συνάντηση είχε αρχικά προγραμματιστεί για τις αρχές Απρίλιου, προκειμένου να συζητηθούν οι οικονομικές σχέσεις και το εμπόριο. Οι ΗΠΑ την ανέβαλαν τότε, λόγω του πολέμου στο Ιράν, ελπίζοντας ότι θα τελείωνε γρήγορα.

– Επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα: Ο δρόμος για το Πεκίνο περνάει από τα στενά του Ορμούζ
Τελικά, η επίσκεψη θα πραγματοποιηθεί στις 14-15 Μαΐου, με τη σύγκρουση στο Ιράν να βρίσκεται σε ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο, μετά και από τις τελευταίες άγονες διαπραγματεύσεις.
Το στρατηγικό πλεονέκτημα Σι

Λόγω της στενής σχέσης του Πεκίνου με την Τεχεράνη, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο Σι Τζινπίνγκ έχει το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής πετρελαίου και παρέχει στρατιωτική και διπλωματική κάλυψη στο Ιράν. Αναμένεται ότι ο Τραμπ θα ζητήσει από τον Σι να μειώσει τη στήριξή του στο Ιράν και να πιέσει την ηγεσία της Τεχεράνης για να υπάρξει κάποια συμφωνία. Ακόμη και αν δεν το πει ανοιχτά, το Ιράν είναι το βασικό θέμα του Τραμπ.

Σκληρό διαπραγματευτικό παιχνίδι

Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και οι ανατιμήσεις στις ενεργειακές τιμές έχουν επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό και την αμερικανική οικονομία, προκαλώντας σοβαρή ανησυχία για την επίδοση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές τον ερχόμενο Νοέμβριο. Έχουν όμως πλήξει και την οικονομία της Κίνας, η οποία πιέζεται και από τη ραγδαία αύξηση στις εισαγωγές σε βιομηχανικά υλικά και το υψηλό κόστος στις εξαγωγές των προϊόντων της. Ωστόσο, λόγω του ότι ο Σι Τζινπίνγκ δεν έχει να λογοδοτήσει στους ψηφοφόρους του, έχει το περιθώριο να παίξει πιο σκληρό διαπραγματευτικό παιχνίδι.

Από την πλευρά της Κίνας, το σημαντικότερο θέμα είναι η στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ταϊβάν. Η επανένωση της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κίνα, το «κινεζικό όνειρο», αποτελεί πάγια υπόσχεση του Σι.

Η Ταϊβάν είναι σημαντική για τις ΗΠΑ λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της παραγωγής προηγμένων ημιαγωγών που είναι κρίσιμοι, εκτός των άλλων, και για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Εδώ και δεκαετίες, οι ΗΠΑ ακολουθούν πάγια πολιτική στήριξης της Ταϊβάν, μέσω παροχής όπλων και εμπορικών σχέσεων, ενισχύοντας «ανεπίσημα» την ανεξαρτησία του νησιού. Προκειμένου να αποφύγουν μια άμεση σύγκρουση με το Πεκίνο, οι ΗΠΑ δεν δηλώνουν ανοιχτά αν θα επέμβουν σε περίπτωση που η Κίνα εισβάλει στο νησί.

Τον Δεκέμβριο του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε μεγάλο πακέτο πώλησης όπλων στην Ταϊβάν, αξίας 11 δισ. δολαρίων, σηματοδοτώντας τη στήριξή του απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις που δέχεται η Ταϊβάν από την Κίνα. Ωστόσο, ο ίδιος έχει καθυστερήσει τη διαδικασία, πιθανώς για να μη δυναμιτίσει την προγραμματισμένη συνάντηση με τον Σι, αλλά επίσης και λόγω της μείωσης των αμερικανικών αποθεμάτων λόγω του πολέμου με το Ιράν.

Η ανησυχία της Ταϊβάιν

Πρόσφατες δηλώσεις του Τραμπ ότι η πώληση όπλων προς την Ταϊβάν είναι κάτι που θα συζητήσει στο Πεκίνο και ότι ο Σι «θα ήθελε να μην» στείλουν όπλα, προκαλεί έντονη ανησυχία στην Ταϊβάν. Και μόνο ότι είναι διατεθειμένος να το βάλει στο τραπέζι σηματοδοτεί αλλαγή στάσης των ΗΠΑ, δεδομένου ότι από το 1982 οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί να μην συζητούν με το Πεκίνο τα θέματα παροχής όπλων στην Ταϊβάν.

Ο Σι Τζινπίγκ θα ήθελε οι ΗΠΑ να δηλώσουν ρητά ότι είναι κατά της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, προκειμένου να την πιέσουν να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο. Κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, αλλά σε κάθε περίπτωση, η οποιαδήποτε συζήτηση για την Ταϊβάν αποτελεί ένα πολύ σημαντικό και επικίνδυνο θέμα και ο Τραμπ είναι πολλές φορές απρόβλεπτος.

Περί Συμβουλίου του Εμπορίου

Άλλα θέματα, λιγότερο ακανθώδη, που είναι στην αρχική ατζέντα, είναι τα εμπορικά και οικονομικά ζητήματα. Η Κίνα πιθανώς θα συμφωνήσει να αγοράσει αεροπλάνα Boeing και να αυξήσει τις εισαγωγές της σε αμερικανικά αγροτικά προϊόντα, όπως σόγια, δίνοντας έτσι στον Τραμπ τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον με μια κάποια «νίκη».

Τι θα συμβεί με την εύθραυστη «εμπορική εκεχειρία», που συμφωνήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο στη Νότιο Κορέα, είναι επίσης ένα βασικό θέμα. Ο Τραμπ είχε ανακοινώσει δασμούς στην Κίνα της τάξεως του 145%, η Κίνα ανταπάντησε με 125% και στη συνέχεια με την εκεχειρία μειώθηκαν. Κατά μέσο όρο, οι αμερικανικοί δασμοί απέναντι στην Κίνα είναι στο 31 %. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα έχει μειωθεί για το 2025, αλλά έχει συρρικνωθεί και το σύνολο του εμπορίου και οι ΗΠΑ παραμένουν εξαρτημένες ως προς τις σπάνιες γαίες, εισάγοντας περίπου το 70% από την Κίνα. Για την Κίνα είναι σημαντικοί οι ημιαγωγοί και οι σχετικοί περιορισμοί που βάζει η διοίκηση του Τραμπ.

Οι ΗΠΑ έχουν προτείνει, και αναμένεται να συζητηθεί, τη δημιουργία ενός Συμβουλίου Εμπορίου, το οποίο θα λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου του διμερούς εμπορίου. Πρακτικά, μέσω του συμβουλίου θα συμφωνείται το ύψος των δασμών ανάλογα με το είδος των προϊόντων και την κρισιμότητά τους για κάθε χώρα.

Η επικοινωνιακή στρατηγική Τραμπ

Επίσης, ο Τραμπ ανέφερε ότι θα θέσει το ζήτημα της απελευθέρωσης του 78χρονου Τζίμι Λάι, πρώην μεγιστάνα μέσων ενημέρωσης και ιδρυτή της μεγαλύτερης φιλοδημοκρατικής εφημερίδας του Χονγκ Κονγκ. Ο Λάι κατηγορήθηκε και φυλακίστηκε για «συνωμοσία για συμπαιγνία με ξένες δυνάμεις» βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας. Η διεθνής κοινότητα, με πρωτοστατούσα τη Βρετανία, αλλά και δεκάδες αμερικανοί νομοθέτες, πιέζουν να απελευθερωθεί, αλλά η Κίνα ισχυρίζεται ότι πρόκειται για εσωτερικό ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τραμπ θα πιαστεί από οποιαδήποτε μικρή νίκη, εμπορική ή άλλη, για να δηλώσει επιστρέφοντας ότι ήταν μια εξαιρετικά επιτυχημένη συνάντηση, ενώ ο Σι Τζινπίγκ ακολουθεί πάγια διπλωματική τακτική χαμηλών τόνων και μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Σημασία έχει αν θα υπάρξει πρόοδος στο θέμα του Ιράν – αν και κάποια τέτοια συζήτηση μπορεί να μην ανακοινωθεί άμεσα – και αν ο Τραμπ αλλάξει έστω και στο ελάχιστο την αμερικανική στάση ως προς την Ταϊβάν. Τα υπόλοιπα θέματα, αυτή την περίοδο, είναι ήσσονος σημασίας και οι προσδοκίες μικρές.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα