Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026  02:18:04

Τι συμβαίνει στην Αγία Σοφία; Γιατί Αθήνα και UNESCO εκπέμπουν «σήμα κινδύνου», ενώ η Αρχιεπισκοπή-Ιερά Σύνοδος υπνώττουν και αυτό το μέγα χριστιανικό θέμα. Κύριο

Διεθνείς εμπειρογνώμονες καταγγέλλουν την παράκαμψη των κανόνων της UNESCO από την Αγκυρα.

Για σχεδόν μία χιλιετία η Αγία Σοφία – με τον γιγάντιο θόλο της να μοιάζει μετέωρος μεταξύ ουρανού και γης – υπήρξε το αδιαμφισβήτητο σημείο αναφοράς του χριστιανικού κόσμου. Μετά την Αλωση έγινε μουσουλμανικό τέμενος έως το 1934, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ τη μετέτρεψε σε μουσείο, σφραγίζοντας την οικουμενική και πολυστρωματική της ταυτότητα.

Αυτή ακριβώς την οικουμενική παρακαταθήκη έθεσε σε αμφισβήτηση το τουρκικό κράτος το 2020 ανακηρύσσοντας την Αγία Σοφία ενεργό τέμενος. Η κίνηση συμβολικής επιβολής ενός νεο-οθωμανικού αναθεωρητισμού εις βάρος του μνημείου από την πλευρά της τουρκικής κυβέρνησης προκάλεσε παγκόσμιο σοκ, παραβιάζοντας τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η χώρα το 1985 με την ένταξη της Αγίας Σοφίας στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Σήμερα, η μεταφορά της διαχείρισης του μνημείου από το υπουργείο Πολιτισμού στη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας, η επιβολή καθεστώτος διακρίσεων σε βάρος των μη μουσουλμάνων επισκεπτών καθώς και η απροθυμία της Αγκυρας να διαβουλεύεται με τα αρμόδια διεθνή όργανα γεννούν έντονο προβληματισμό στην Ελλάδα και στη διεθνή κοινότητα.

Ανησυχητικές διεργασίες και αδιαφάνεια

Παράλληλα, σοβαρές ανησυχίες προκαλούν τα έργα αποκατάστασης του μνημείου. Οπως μας επεσήμανε η Ελένη Μεθοδίου, αρχαιολόγος και πρώην αντιπρόεδρος της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, «μεγάλης κλίμακας έργα εκτελούνται στην Αγία Σοφία τα τελευταία χρόνια και δεν είναι γνωστό αν οι σχετικές μελέτες έχουν σεβαστεί τις ιστορικές και πολιτιστικές φάσεις του μνημείου και αν έχουν εφαρμοστεί τα κανονιστικά κείμενα για τη συντήρηση και αποκατάσταση». Η κυρία Μεθοδίου επεσήμανε επίσης ότι «ο Χάρτης του ICOMOS (2003) αναφέρει ότι η επέμβαση στα μνημεία πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό» και ότι «η συμβατότητα των νέων υλικών με τα υφιστάμενα πρέπει να προσδιορίζεται πλήρως ώστε να αποφεύγονται μακροπρόθεσμα ανεπιθύμητες παρενέργειες και να ελαχιστοποιείται η βλάβη στις αξίες των μνημείων».

Επίσης, επικαλούμενη τον Χάρτη Burra (ICOMOS της Αυστραλίας – 2013) ανέφερε ότι «η αποκατάσταση ενός μνημείου πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις πτυχές των πολιτιστικών αξιών, χωρίς αδικαιολόγητη έμφαση σε οποιαδήποτε αξία εις βάρος άλλων (άρθρο 5.1)». Γι' αυτό η αποστολή της UNESCO/ICOMOS στην Κωνσταντινούπολη το 2024 διατύπωσε τη σύσταση ότι ο «τεράστιος όγκος των δεδομένων που συλλέχθηκαν αναφορικά με το μνημείο (συμπεριλαμβανομένου του συνόλου της ψηφιοποιημένης τεκμηρίωσης) θα πρέπει να καταστεί ελεύθερα προσβάσιμος σε ειδικούς και μελετητές».

Διαχωρισμός επισκεπτών και μικροκλίμα

Από τον Ιανουάριο του 2024 το τουρκικό κράτος έθεσε σε ισχύ ένα προβληματικό μοντέλο διαχείρισης των επισκεπτών χωρίζοντας το μνημείο στα δύο. Οι μουσουλμάνοι εισέρχονται δωρεάν στο ισόγειο για να προσευχηθούν, ενώ οι αλλοδαποί μη μουσουλμάνοι οδηγούνται στο υπερώο από παράπλευρη είσοδο που μοιάζει με γκαραζόπορτα, με εισιτήριο 25 ευρώ. Οι τελευταίοι δεν έχουν πρόσβαση στον κυρίως ναό ούτε σε ψηφιδωτά όπως η περίφημη Παναγία η Πλατυτέρα, τα οποία παραμένουν καλυμμένα με υφασμάτινα παραπετάσματα ακόμα και εκτός των ωρών λατρείας.

Επιπλέον, δημοσιεύματα έχουν αποκαλύψει φθορές στην Αυτοκρατορική Πύλη και στα μαρμάρινα δάπεδα από την παρουσία γερανοφόρων φορτηγών εντός του ναού, ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος από την εγκλωβισμένη υγρασία κάτω από το χαλί του ισογείου και πίσω από τα υφάσματα, εξαιτίας των χνώτων χιλιάδων πιστών που εισέρχονται ταυτόχρονα στον χώρο προσευχής.

«Ο διαχωρισμός των επισκεπτών με βάση την εθνικότητα και το θρήσκευμα παραβιάζει τις αρχές της UNESCO, εμποδίζει τον διάλογο και την αλληλεπίδραση και υπονομεύει την οικουμενικότητα του μνημείου» μας είπε ο Στέφαν Ντέμπκε, διευθύνων σύμβουλος του διεθνούς, ανεξάρτητου οργανισμού World Heritage Watch, τονίζοντας ότι «το πλάνο εφαρμόστηκε χωρίς διαβούλευση της Τουρκίας με τα εμπλεκόμενα μέρη και πρέπει να αλλάξει ώστε να επιτραπεί η είσοδος στο σύνολο του μνημείου και σε όλους αδιακρίτως», κάνοντας επίσης λόγο για την απροθυμία αρκετών κρατών να συμμορφωθούν με τους διεθνείς κανόνες.

«Η UNESCO πρέπει να ακούει τους ειδικούς και όχι τους πολιτικούς. Η παγκόσμια κληρονομιά δεν είναι πολιτικό παζάρι». Σχετικά με την καταπόνηση του μνημείου από την καθημερινή λαοθάλασσα, ήταν σαφής: «Αυτά που μπορούμε να δούμε δημόσια είναι πολύ ανησυχητικά. Ειδικά τα χαλιά στο δάπεδο είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν προκαλούν φθορές στο μνημείο».

Την ίδια ανησυχία εξέφρασε και ο διακεκριμένος τούρκος αρχιτέκτονας, ειδικός στην αποκατάσταση κτιρίων, Ιμπραήμ Τζανμπουλάτ, μέλος του WHW, ο οποίος επεσήμανε ότι οι μαζικές ροές «ενδέχεται να συμβάλλουν σε διακυμάνσεις στο εσωτερικό μικροκλίμα, ιδιαίτερα στην υγρασία και τη θερμοκρασία, και συνεπώς η συνεχής παρακολούθηση είναι σημαντική για τα ευαίσθητα ιστορικά υλικά, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιδωτών και των επιχρισμάτων του κτιρίου».

Δεν παρέλειψε επίσης να σημειώσει ότι η μετατροπή του μνημείου σε τζαμί απέκτησε έντονο πολιτικό και συμβολικό βάρος στον δημόσιο διάλογο, τόσο στην Τουρκία όσο και στη διεθνή σκηνή.

«Ενα θέμα που παραμένει ανοιχτό»

Η κυρία Μεθοδίου διευκρίνισε επίσης ότι «καθεδρικοί και ορθόδοξοι ναοί, μουσουλμανικά τεμένη, βουδιστικοί ναοί με θρησκευτική χρήση έχουν εγγραφεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς με ανάλογα κριτήρια. Η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας έχουν συμπεριληφθεί στην εγγραφή των ιστορικών ζωνών της Κωνσταντινούπολης το 1985 ως βυζαντινά μνημεία -μουσεία».

Επομένως, όπως επεσήμανε, «η εκ των υστέρων μετατροπή τους σε μουσουλμανικά τεμένη ως προς την ονομασία και τη χρήση δεν συνάδει με την αιτιολογία και τα κριτήρια ένταξής τους στον Κατάλογο και με το πνεύμα της Σύμβασης». Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, η επισήμανσή της ότι «η διεθνής επιστημονική κοινότητα θεωρεί ότι το θέμα αυτό παραμένει ανοιχτό προς περαιτέρω διερεύνηση».

Η εξέλιξη της κατάστασης αναμένεται με ενδιαφέρον καθώς έχει προγραμματιστεί νέα αποστολή UNESCO/ICOMOS στην Κωνσταντινούπολη το 2026, ενώ η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς θα επανεξετάσει το θέμα στην προσεχή ετήσια σύνοδό της, που θα φιλοξενηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 2027.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα