Με προσωπική παρέμβαση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, προωθήθηκε ένα σχέδιο για την παραχώρηση προστατευόμενου ιστορικού χώρου στο Βελιγράδι, για την κατασκευή πύργου της οικογένειας Τραμπ.
Σύμφωνα με έρευνα της βρετανικής εφημερίδας Guardian, ο Βούτσιτς συγκάλεσε σύσκεψη στο προεδρικό μέγαρο, προκειμένου να προωθήσει το σχέδιο. Η υπόθεση έχει πλέον οδηγήσει σε ποινικές διώξεις σε βάρος ανώτατων αξιωματούχων της κυβέρνησής του, με την κατηγορία της κατάχρησης εξουσίας.
Η υπόθεση εκτιμάται ότι αποτελεί την πρώτη ποινική υπόθεση που προκύπτει από τη διεθνή επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογένειας Τραμπ, η οποία έχει προκαλέσει επικρίσεις για πρακτικές που περιγράφονται ως «δούναι και λαβείν». Σύμφωνα με τους επικριτές της, η πρόσβαση σε προνόμια, από την άρση κυρώσεων έως την απόκτηση προηγμένων μικροτσίπ, μπορεί να συνδέεται με την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας του Αμερικανού προέδρου και των συνεργατών της.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των εκλογών της 25ης Οκτωβρίου, στις οποίες ο Βούτσιτς επιδιώκει να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία, έπειτα από 12 χρόνια στην ηγεσία της χώρας. Την ίδια στιγμή, ένα μαζικό κύμα διαδηλώσεων με αιχμή την κυβερνητική διαφθορά, που πυροδοτήθηκε με την τραγωδία στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, ασκεί πιέσεις στην κυβέρνησή του.
Ο Βούτσιτς είχε φιλοξενήσει στο Βελιγράδι τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιο του Αμερικανού προέδρου, και τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, καθώς εκείνοι επεξεργάζονταν τα σχέδια για την κατασκευή ενός ξενοδοχείου και ενός πύργου κατοικιών, επένδυσης συνολικού ύψους 500 εκατ. δολαρίων. Το έργο θα εντασσόταν στο διεθνές χαρτοφυλάκιο ακινήτων τους.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, μετά την απαγγελία κατηγοριών για κατάχρηση εξουσίας, η εταιρεία του Κούσνερ ανακοίνωσε ότι το σχέδιο δεν θα προχωρήσει «προς το παρόν». Ο Βούτσιτς αντέδρασε απειλώντας με αντίποινα και χαρακτηρίζοντας τους εισαγγελείς «διεφθαρμένες συμμορίες» που «κατασκεύασαν υποθέσεις». «Χάσαμε μια εξαιρετική επένδυση», δήλωσε ο Σέρβος πρόεδρος, προσθέτοντας ότι θα διασφαλίσει προσωπικά πως όλοι όσοι συνέβαλαν στην πρόκληση αυτής της ζημίας θα λογοδοτήσουν.
Μεταξύ των προσώπων που διώκονται είναι και ο υπουργός Πολιτισμού της Σερβίας. Ωστόσο, η έρευνα του Guardian, η οποία βασίζεται σε συνεντεύξεις και έγγραφα που διέρρευσαν, αποκαλύπτει ότι ο ίδιος ο Βούτσιτς είχε ηγηθεί της αρχικής σύσκεψης κατά την οποία συζητήθηκε το σχέδιο, το οποίο φέρεται να παραβιάζει τη νομοθεσία. Η συνάντηση αυτή δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο, γεγονός που εγείρει ερωτήματα σχετικά με το ποιες πληροφορίες διαθέτουν οι εισαγγελικές αρχές και γιατί δεν τις έχουν συμπεριλάβει στη δικογραφία.
Εκπρόσωποι της οικογένειας Τραμπ και του Κούσνερ υποστήριξαν ότι δεν είχαν καμία εμπλοκή στην άρση του καθεστώτος προστασίας του κτιρίου. Παράλληλα, χαρακτήρισαν «ψευδή» τον ισχυρισμό ότι το έργο στο Βελιγράδι εντασσόταν σε μια πρακτική «δούναι και λαβείν».
Εν τω μεταξύ, η απόφασή του Βούτσιτς να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, σημαίνει ότι η ακροαματική διαδικασία κατά την οποία μάρτυρες θα μπορούσαν να αποκαλύψουν περισσότερα στοιχεία για τον ρόλο του δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί πριν από την ψηφοφορία.
Δωρεάν μίσθωση για 99 χρόνια
Στις 6 Φεβρουαρίου 2024, η Ντουμπράβκα Τζουκάνοβιτς, καθηγήτρια συντήρησης πολιτιστικής κληρονομιάς στη Σερβία, περίπου 60 ετών, έφτασε για μια συνάντηση στο προεδρικό μέγαρο. Στο επίκεντρο της συνάντησης βρισκόταν το συγκρότημα του Γενικού Επιτελείου, το πρώην υπουργείο Αμυνας της Γιουγκοσλαβίας, στο κέντρο του Βελιγραδίου. Το αρχιτεκτονικό αυτό συγκρότημα, που θεωρείται σύμβολο της αντίστασης κατά των ναζί, είχε ήδη αποκτήσει ιδιαίτερη ιστορική και πολιτιστική σημασία όταν βομβαρδίστηκε από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ το 1999, στο πλαίσιο της εκστρατείας για την αποχώρηση του Μιλόσεβιτς από το Κόσοβο.
Ο ίδιος ο Βούτσιτς είχε επιβεβαιώσει το 2016 το καθεστώς νομικής προστασίας του συγκροτήματος. Σύμφωνα, ωστόσο, με δύο πρόσωπα που γνωρίζουν όσα συζητήθηκαν στη συνάντηση, αυτή τη φορά ζήτησε από την 60χρονη Τζουκάνοβιτς, πρώην διευθύντρια του Ινστιτούτου Προστασίας Πολιτιστικών Μνημείων της χώρας, να ανακαλέσει το καθεστώς προστασίας, επικαλούμενος το ενδιαφέρον ενός «ξένου επενδυτή».
Η αφαίρεση του καθεστώτος προστασίας δεν ήταν, όμως, στη διακριτική ευχέρεια της Τζουκάνοβιτς.
Σύμφωνα με τη σερβική νομοθεσία, το Ινστιτούτο θα έπρεπε πρώτα να αναθέσει την εκπόνηση ειδικής γνωμοδότησης, η οποία θα τεκμηρίωνε ότι υπήρχαν βάσιμοι λόγοι για την άρση της προστασίας.
Ο πρόεδρος, ωστόσο, επέμενε, ενώ οι δύο αξιωματούχοι που συμμετείχαν στη συνάντηση έγιναν αποδέκτες, προσβλητικής συμπεριφοράς, όπως ανέφεραν οι πηγές της εφημερίδας. Μια πιθανή εξήγηση για την επιμονή του Βούτσιτς ήρθε τον επόμενο μήνα, όταν διέρρευσε συμφωνία μεταξύ της σερβικής κυβέρνησης και της εταιρείας ακινήτων του Κούσνερ.
Η συμφωνία που διέρρευσε προέβλεπε ότι οι σερβικές αρχές θα παραχωρούσαν στην εταιρεία του Κούσνερ μίσθωση διάρκειας 99 ετών για την έκταση του Γενικού Επιτελείου, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα.
Ο Κούσνερ, ο εκπρόσωπος του οποίου δήλωσε ότι εξέταζε το έργο ήδη από το 2021, ανάρτησε στην πλατφόρμα X μια εικόνα του αρχιτεκτονικού σχεδίου, εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του για την προοπτική υλοποίησής του.
Παρά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, η κυβέρνηση Βούτσιτς προχώρησε στην υπογραφή σύμβασης στις 13 Μαΐου 2024. Με αυτή, η σερβική πλευρά δεσμευόταν να διασφαλίσει ότι ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως πολιτιστικής κληρονομιάς θα καταργούνταν «κατά τρόπο ικανοποιητικό» για την εταιρεία του Κούσνερ.
«Παραιτηθείτε»
Μία εβδομάδα μετά την υπογραφή της σύμβασης, η Τζουκάνοβιτς κλήθηκε σε νέα συνάντηση. Αυτή τη φορά, ο Βούτσιτς απουσίαζε. Τη συνάντηση ανέλαβε ο υπουργός Οικονομικών και στενός συνεργάτης του προέδρου, Σίνισα Μάλι.
Ο Μάλι πίεσε την Τζουκάνοβιτς και την Ολιβέρα Βούτσκοβιτς, την ανώτατη αρμόδια αξιωματούχο για την πολιτιστική κληρονομιά στο Βελιγράδι, να κινήσουν τη διαδικασία άρσης του καθεστώτος προστασίας του συγκροτήματος.
Οι δύο γυναίκες αρνήθηκαν, εκτιμώντας ότι «δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις» για μια τέτοια απόφαση. Τότε, σύμφωνα με την ίδια περιγραφή, ο Μάλι τις προέτρεψε να παραιτηθούν, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά το τελεσίγραφο που είχε διατυπώσει ο πρόεδρος τον Φεβρουάριο. Αμφότερες υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους.
Τον Νοέμβριο του 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ επικράτησε της Κάμαλα Χάρις στις αμερικανικές εκλογές. Δέκα ημέρες αργότερα, η κυβέρνηση Βούτσιτς ανακοίνωσε ότι το συγκρότημα είχε χάσει το καθεστώς προστασίας του.
Οι διώξεις
Για τον Βούτσιτς, η υποστήριξη της οικογένειας Τραμπ ήρθε σε μια κρίσιμη συγκυρία. Λίγες ημέρες πριν από την απόφαση της κυβέρνησής του να αφαιρέσει το καθεστώς προστασίας από το συγκρότημα του Γενικού Επιτελείου, η κατάρρευση τμήματος του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους, πυροδότησε ένα κύμα διαδηλώσεων κατά της διαφθοράς.
Οι διαδηλωτές συνέχισαν τις κινητοποιήσεις τους και άρχισαν να στρέφονται και κατά του σχεδίου για τον πύργο Τραμπ. Τον Μάιο του 2025, ο Βούτσιτς ταξίδεψε στις ΗΠΑ, ελπίζοντας να συναντήσει τον Αμερικανό πρόεδρο στο Μαρ-α-Λάγκο, το ιδιωτικό κλαμπ του Αμερικανού προέδρου στη Φλόριντα. Τελικά, συναντήθηκε μόνο με τον Ρούντι Τζουλιάνι, τον πρώην δικηγόρο του Τραμπ που έχει βρεθεί στο επίκεντρο σκανδάλων, χωρίς να καταφέρει να δει τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Τα σερβικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι ο λόγος ήταν πως ο Βούτσιτς ασθένησε.
Μόλις επέστρεψε στη Σερβία, η αστυνομία συνέλαβε τον Γκόραν Βάσιτς, ο οποίος είχε τοποθετηθεί επικεφαλής του Ινστιτούτου Προστασίας Πολιτιστικών Μνημείων μετά την παραίτηση της Τζουκάνοβιτς. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, προκειμένου να επιτευχθεί η άρση του καθεστώτος προστασίας του συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου, ο Βάσιτς είχε πλαστογραφήσει γνωμοδότηση ειδικών που υποστήριζε την απόφαση.
Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις. Τον Δεκέμβριο του 2025, ασκήθηκε δίωξη για κατάχρηση εξουσίας στον υπουργό Πολιτισμού της Σερβίας, Νίκολα Σελάκοβιτς, ο οποίος φέρεται να διαδραμάτισε ρόλο στο σχέδιο για το Γενικό Επιτελείο. Μέσα σε λίγες ημέρες, η εταιρεία του Κούσνερ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει το έργο.
Για την ειδική μονάδα εισαγγελέων κατά του οργανωμένου εγκλήματος που άσκησε τις διώξεις, η υπόθεση αποτελεί σημείο καμπής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Σερβίας ασκείται δίωξη σε εν ενεργεία υπουργό. Ο Βούτσιτς κατηγορεί τους εισαγγελείς ότι επιχειρούν να οργανώσουν πραξικόπημα. Αλλοι, ωστόσο, φοβούνται ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν προχωρούν όσο αποφασιστικά θα έπρεπε.
Ο Βούτσιτς και ο στενός συνεργάτης του, Σίνισα Μάλι, δεν έχουν διωχθεί ποινικά. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία. Εκπρόσωπος της μονάδας εισαγγελέων κατά του οργανωμένου εγκλήματος επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τη συνάντηση του Βούτσιτς με τις αρμόδιες για την πολιτιστική κληρονομιά αξιωματούχους τον Φεβρουάριο του 2024. Πρόσθεσε ότι πέραν των προσώπων που έχουν ήδη διωχθεί, οι εισαγγελικές αρχές «διεξάγουν προδικαστική έρευνα στην υπόθεση, προκειμένου να διαπιστωθεί ενδεχόμενη ποινική ευθύνη και άλλων προσώπων».


