Ο καρκίνος στο πάγκρεας παραμένει μία από τις πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμες μορφές καρκίνου, με περίπου 500.000 νέες διαγνώσεις παγκοσμίως κάθε χρόνο και χαμηλά ποσοστά πενταετούς επιβίωσης. Η συχνή διάγνωση σε προχωρημένο στάδιο και οι περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές, ιδιαίτερα για τους ασθενείς με μεταστατική νόσο, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη νέων θεραπειών.
Μια τέτοια προοπτική δημιουργεί το daraxonrasib. Το φάρμακο έλαβε έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) στις 26 Αυγούστου 2026, ενώ στις 15 Οκτωβρίου η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) διατύπωσε θετική γνωμοδότηση για την ευρωπαϊκή αδειοδότησή του.
«Πρώτο φάρμακο μετά από πάρα πολλά χρόνια»
Όπως εξηγεί ο κ. Τσιώτος, μέχρι σήμερα εφαρμόζονταν παγκοσμίως μόνο δύο χημειοθεραπευτικά πρωτόκολλα, με περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Στους ασθενείς στους οποίους είχαν εφαρμοστεί και τα δύο και η νόσος επέμενε, δεν υπήρχε καμία άλλη θεραπευτική επιλογή. Οι ασθενείς με μεταστάσεις δεν μπορούν να χειρουργηθούν και το μόνο όπλο είναι η χημειοθεραπεία, το όφελος της οποίας διαρκεί λίγους μήνες.
Σε αυτή τη φάση, όπως τονίζει, το daraxonrasib διπλασιάζει την επιβίωση, κάτι που για μια νόσο με τόσο κακή πρόγνωση αποτελεί «τεράστια πρόοδο». Μάλιστα, οι τρέχουσες σκέψεις στα μεγάλα ογκολογικά κέντρα των ΗΠΑ είναι ότι, αν το φάρμακο χορηγηθεί νωρίτερα, σε πρωιμότερο στάδιο της νόσου, τα αποτελέσματα ίσως είναι ακόμη καλύτερα.
Τα αποτελέσματα της μελέτης
Η βασική κλινική μελέτη ήταν πολυκεντρική και τυχαιοποιημένη, διεξήχθη σε πολλά ογκολογικά κέντρα των ΗΠΑ, ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2026 στο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) στο Σικάγο και δημοσιεύθηκε στις 31 Μαΐου στο New England Journal of Medicine.
Σε αυτήν, 248 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παγκρέατος, που είχαν ήδη λάβει κάθε εγκεκριμένη θεραπεία χωρίς αποτέλεσμα, έλαβαν daraxonrasib και συγκρίθηκαν με 252 ασθενείς με ίδια χαρακτηριστικά που δεν το έλαβαν. Η διάμεση επιβίωση ήταν 13,2 μήνες για την πρώτη ομάδα έναντι 6,6 μηνών για τη δεύτερη. Ο κ. Τσιώτος σημειώνει ότι, καθώς επρόκειτο για ασθενείς τελικού σταδίου, ο διπλασιασμός ήταν «απολύτως απρόσμενος». Όταν τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν στο συνεδριακό κέντρο McCormick, το ακροατήριο των 1.200 ογκολόγων σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε.
Πρόσβαση στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, ασθενείς μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στη θεραπεία μέσα στο Νοέμβριο πριν από την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής διαδικασίας. Η διαδικασία έχει ως εξής:
• Ο θεράπων ογκολόγος συντάσσει πλήρη ηλεκτρονικό φάκελο με τις θεραπείες που έχουν ήδη χορηγηθεί και την τρέχουσα κατάσταση του ασθενούς, όπως φαίνεται σε πρόσφατη αξονική τομογραφία.
• Ο φάκελος υποβάλλεται στον ΕΟΠΥΥ και προωθείται ηλεκτρονικά σε τρεις ογκολόγους, οι οποίοι αξιολογούν και εγκρίνουν τη χορήγηση.
• Η έγκριση αποστέλλεται ηλεκτρονικά στον ΑΜΚΑ του ασθενούς, το φάρμακο παραλαμβάνεται από το ΙΦΕΤ και χορηγείται από τον ογκολόγο.
Μέχρι στιγμής έχουν εγκριθεί 9 ή 10 αιτήματα. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Τσιώτος, η Ελλάδα, αν δεν είναι η πρώτη, είναι σίγουρα μεταξύ των ελάχιστων ευρωπαϊκών χωρών όπου το φάρμακο έχει εγκριθεί τόσο πρώιμα.
Γιατί παραμένει τόσο δύσκολος ο καρκίνος του παγκρέατος
Ο ειδικός επισημαίνει τρεις βασικούς λόγους:
• Βιολογική επιθετικότητα. Είναι πολύ πιο επιθετικός από τον καρκίνο του μαστού ή του παχέος εντέρου, για παράδειγμα.
• Καθυστερημένη διάγνωση. Τα συμπτώματα εμφανίζονται αργά ή δεν αναγνωρίζονται ως σχετιζόμενα με το πάγκρεας. Τέτοια είναι ο επίμονος πόνος στην κοιλιά ή στη μέση, η ανεξήγητη και ξαφνική εμφάνιση διαβήτη, τα λιπαρά κόπρανα, η μείωση της όρεξης και η απώλεια βάρους.
• Επέκταση σε κρίσιμα αγγεία. Συχνά, κατά τη διάγνωση, ο όγκος έχει ήδη επεκταθεί σε κρίσιμες αρτηρίες και φλέβες γύρω από το πάγκρεας και θεωρείται ανεγχείρητος.
Στο τελευταίο σημείο, ο κ. Τσιώτος αναφέρει ότι η κλινική του από το 2012 μετατρέπει ανεγχείρητους όγκους σε εγχειρήσιμους, αφαιρώντας μαζί με τον όγκο και την εμπλεκόμενη φλέβα ή αρτηρία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που έχει δημοσιεύσει η ομάδα του από το 2019, η μετατροπή αυτή τετραπλασιάζει την επιβίωση, και υπάρχουν πλέον ασθενείς που ζουν 6, 7, 8 ή και 12 χρόνια.
Αυτό, όπως εξηγεί, επιτυγχάνεται χάρη σε εξειδικευμένη χειρουργική ομάδα, στενή συνεργασία με συναδέλφους συναφών ειδικοτήτων, στον μεγάλο αριθμό επεμβάσεων και στις νέες τεχνολογίες, όπως η ρομποτική χειρουργική.


